fbpx

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος

Συστηματικός Ερυθηματώδης λύκος

 

Ο Συστηματικός Ερυθηματώδης λύκος εκδηλώνεται, όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ιστούς του οργανισμού. Μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή σε διάφορα μέρη του σώματος, αν και στους περισσότερους εμφανίζονται μόνο ελάχιστα από τα πιθανά συμπτώματα. Πρόκειται για μία Αυτοάνοση πάθηση, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που επιτίθενται στους ιστούς του οργανισμού και προκαλούν φλεγμονή. Ο ΣΕΛ συνήθως προσβάλλει το δέρμα και τις αρθρώσεις, αλλά μπορεί να επηρεάσει και την καρδιά ή τους νεφρούς, όταν τα συμπτώματα είναι έντονα.

Ο λύκος προσβάλλει τις γυναίκες σχεδόν 8 με 10 φορές συχνότερα απ’ ό,τι τους άνδρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα πρωτοεμφανίζονται σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας (συνήθως 18-45 χρονών). Πάντως, ο λύκος μπορεί να εμφανιστεί και σε μικρά παιδιά ή σε μεγαλύτερα άτομα. Παρουσιάζεται συχνότερα σε άτομα της μαύρης φυλής και σε ομάδες Ασιατών, Βόρειων Αμερικανών, Ινδιάνων, απ’ ότι σε άτομα της λευκής φυλής.

 

Διάγνωση πραγματικών Αιτιών & Θεραπεία Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου

  • Σταδιακή αποκατάσταση Κυτταρικής Λειτουργίας
  • Εξατομικευμένες θεραπευτικές αγωγές, χωρίς χημικά κατάλοιπα και έκδοχα
  • Άρση των υποκείμενων Αιτιών
  • Θεραπείες που δρουν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με οποιαδήποτε άλλη φαρμακευτική αγωγή
  • Υιοθετώντας ένα πλάνο Μοριακής/Θεραπευτικής Διατροφής

 

Συστηματικός Ερυθηματώδης λύκος και Συμπτώματα

Τα συχνότερα συμπτώματα της νόσου είναι τα εξής:

  • Πόνος στις αρθρώσεις
  • Ερυθρό εξάνθημα στο πρόσωπο, στο λαιμό και στα χέρια
  • Ερυθρό εξάνθημα στη μύτη και τα μάγουλα
  • Υπερβολική κόπωση
  • Πυρετός
  • Απώλεια βάρους
  • Πονοκέφαλος
  • Στοματικά έλκη (άφθες)
  • Τριχόπτωση
  • Διόγκωση των λεμφαδένων
  • Αλλαγή στο χρώμα των δακτύλων όταν κάνει κρύο (φαινόμενο Raynaud)

 

Χρόνια, Αυτοάνοσα & Μεταβολικά Νοσήματα

Ποια είναι τα πραγματικά αίτια; Ενημερωθείτε για το πως μπορείτε να τα αντιμετωπίσετε.

 

Άλλα συνήθη συμπτώματα της ασθένειας περιλαμβάνουν μικρούς πόνους,  ανορεξία, ναυτία και εμετό. Μπορεί να υπάρξει αυξημένη τάση για λοιμώξεις, αναιμία ή εύκολη αιμορραγία. Η αναιμία οφείλεται στην ελάττωση των ερυθρών αιμοσφαιρίων του αίματος, προκαλώντας αδυναμία, ωχρότητα ή ακόμα και δύσπνοια (δυσκολία στην αναπνοή). Ορισμένα άτομα με λύκο παρουσιάζουν αυξημένη τάση για δημιουργία θρόμβων.

Άλλα συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν την ορογονίτιδα (φλεγμονή του βλεννογόνου ορισμένων οργάνων π.χ. της καρδιάς ή των πνευμόνων) προκαλώντας συμπτώματα πόνου με την αναπνοή ή δύσπνοια. Συχνά, εμφανίζονται προβλήματα στα νεφρά. Στα πρώιμα στάδια, ίσως να μην υπάρχουν συμπτώματα συμμετοχής των νεφρών, αν και μπορεί να προκληθεί οίδημα (πρήξιμο) στα κάτω άκρα, σε περίπτωση που υπάρχει απώλεια πρωτεΐνης στα ούρα.

 

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος – Αίτια

Οι γιατροί και οι επιστήμονες συμφωνούν ότι είναι μια αυτοάνοση πάθηση. Στο λύκο, μπορεί να σχηματίζονται αντισώματα ακόμη και χωρίς την παρουσία ξένων ουσιών, όπως τα βακτηρίδια. Τα συγκεκριμένα αντισώματα ονομάζονται αυτοαντισώματα, επειδή επιτίθενται στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί φλεγμονή και βλάβη στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού και μπορεί να καταλήξει στα συμπτώματα που παρουσιάζουν τα άτομα με λύκο.

Τα πραγματικά αίτια όμως της Νόσου είναι καλά κρυμμένα σε Κυτταρικό επίπεδο. Οι κυριότερες αιτίες πρόκλησης Χρόνιων Νοσημάτων αφορούν στην ελαττωμένη παραγωγή ή ανεπάρκεια ενζύμων, ορμονών και λοιπών βασικών στοιχείων καύσης του ανθρώπινου Οργανισμού. Όλες αυτές οι  Ανεπάρκειες, οι Δυσλειτουργίες, οι κακές καύσεις οδηγούν σε βιοχημική εκτροπή, τους μηχανισμούς και  τη  λειτουργία όλων των ανθρωπίνων κυττάρων.

Κάποιες μελέτες καταδεικνύουν ότι ορισμένα άτομα κληρονομούν την τάση να αποκτήσουν λύκο. Το συμπέρασμα αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι μερικές νέες περιπτώσεις λύκου μπορούν να είναι πιο κοινές σε μια οικογένεια, της οποίας ένα μέλος ήδη εμφανίζει την πάθηση. Πάντως, δεν υπάρχουν αποδείξεις για το ότι ο λύκος μεταδίδεται απευθείας, λόγου χάρη από τη μητέρα στην κόρη. Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι ίσως ένας ιός πυροδοτήσει την ανάπτυξη του λύκου και την εμφάνιση των συμπτωμάτων της πάθησης σε άτομα που έχουν γενετική προδιάθεση.

Ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για άλλες παθήσεις, όπως για την υψηλή αρτηριακή πίεση, για ορισμένα καρδιακά προβλήματα, για την επιληψία και για κάποια ψυχιατρικά προβλήματα, όπως η οξεία κατάθλιψη, μπορούν να προκαλέσουν πολλά από τα συμπτώματα του λύκου, τα οποία σχεδόν πάντα υποχωρούν με τη διακοπή του υπεύθυνου φαρμάκου.

 

Διάγνωση του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου

Η διάγνωση του λύκου ενδέχεται να είναι πολύ δύσκολη. Η συγκεκριμένη ασθένεια μπορεί να μιμηθεί άλλες συνθήκες και συχνά ακολουθεί διαφορετική πορεία σε κάθε άτομο. Πολλοί άνθρωποι έχουν για πολλά χρόνια συμπτώματα, προτού αναπτυχθεί η νόσος. Κρίνεται αναγκαίο να γίνουν πολλές ερωτήσεις για την καταγραφή ενός πλήρους ιατρικού ιστορικού και μίας φυσικής εξέτασης.

Μετά, θα πρέπει να διενεργηθούν ορισμένες Εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως Εξετάσεις Bio 4hMetabolic Analysis Profile, οι οποίες μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια ό,τι σχετίζεται με τη συγκεκριμένη Νόσο.

Τα αποτελέσματα των εξετάσεων βοηθούν, ώστε να βεβαιωθεί ο γιατρός πως πρόκειται για λύκο και όχι για άλλες παθήσεις με παρόμοια συμπτώματα.

Άλλες εξετάσεις, που κατά κόρον διενεργούνται αλλά με αμφίβολα αποτελέσματα είναι:

  • Εξέταση ανίχνευσης αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ANA)

Περίπου το 95% των ατόμων που πάσχουν από λύκο έχει θετικά ΑΝΑ. Ωστόσο, η εξέταση μπορεί να είναι θετική και για άτομα που δεν παρουσιάζουν λύκο, οπότε δεν επιβεβαιώνεται η διάγνωση.

  • Εξέταση ανίχνευσης αντισωμάτων αντι-DNA έναντι της διπλής έλικας του DNA (anti-dsDNA)

Περίπου το 75% των ατόμων που πάσχουν από λύκο εμφανίζει αυτά τα αντισώματα. Εάν η εξέταση είναι θετική, σημαίνει ότι το άτομο πιθανόν να έχει προσβληθεί από λύκο. Τα επίπεδα συνήθως αυξάνονται όταν ο λύκος παρουσιάζει έξαρση, γι’ αυτό πρέπει να επαναλαμβάνεται η εξέταση ώστε να παρακολουθείται η ασθένεια και να προσαρμόζεται η συμβατική θεραπεία.

  • Εξέταση ανίχνευσης αντισωμάτων αντι-Ro

Εάν η εξέταση είναι θετική, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα οι ασθενείς να εμφανίσουν δερματικά εξανθήματα ή να ασθενούν από το σύνδρομο Sjögren. Μπορούν να διαπεράσουν τον πλακούντα κατά την εγκυμοσύνη. Στις γυναίκες που είναι φορείς και αποφασίζουν να τεκνοποιήσουν, η εγκυμοσύνη πρέπει να παρακολουθείται πολύ πιο στενά.

  • Εξέταση ανίχνευσης αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων

Εάν η εξέταση είναι θετική, αυξάνεται ο κίνδυνος αποβολής ή εμφάνισης θρομβώσεων.

  • Εξέταση μέτρησης επιπέδων συμπληρώματος

Το συμπλήρωμα αναφέρεται σε μια ομάδα πρωτεϊνών στο αίμα που προστατεύουν από λοιμώξεις. Συνήθως τα επίπεδα είναι ιδιαίτερα χαμηλά όταν ο λύκος είναι σε έξαρση.

  • Εξέταση ταχύτητας καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ)

Η εξέταση αυτή μετρά τη φλεγμονή. Η ΤΚΕ είναι συνήθως υψηλή σε άτομα που πάσχουν από λύκο.

  • Εξετάσεις λειτουργικότητας νεφρών και ήπατος

Περιλαμβάνουν αιματολογικές εξετάσεις και ούρων. Διεξάγονται συχνά, έτσι ώστε να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα όσα προβλήματα προκαλούνται από την ασθένεια ή τα φάρμακα.

  • Γενική Αίματος

Η αιμοσφαιρίνη, τα λευκά, τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια δημιουργούνται στο μυελό των οστών. Οι μετρήσεις δείχνουν εάν έχει προσβληθεί ο μυελός των οστών από την ασθένεια ή από τα φάρμακα που χορηγούνται. Επίσης, οι εξετάσεις βοηθούν στην παρακολούθηση της ασθένειας μετά τη διάγνωση.

Υπάρχουν αρκετές εξετάσεις για τον έλεγχο της λειτουργικότητας της καρδιάς, των πνευμόνων, του ήπατος και του σπλήνα. Ανάλογα με τα όργανα που πιστεύει ο γιατρός ότι έχουν προβληθεί, ο ασθενής μπορεί να υποβληθεί σε ακτινογραφία, υπερήχους, αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Επίσης, η εξέταση ούρων μπορεί να δείξει αν υπάρχουν πρωτεΐνες ή αίμα στα ούρα. Έτσι, ο γιατρός είναι δυνατόν να εντοπίσει έγκαιρα αν υπάρχει πρόβλημα στους νεφρούς. Ενδέχεται να χρειαστούν περαιτέρω εξετάσεις, όπως εξετάσεις σπειραματικής διήθησης κ.ά.

Επιπλέον εξετάσεις περιλαμβάνουν ακτινογραφίες θώρακος (για την καρδιά και τους πνεύμονες), ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχογράφημα για την καρδιά, λειτουργικές εξετάσεις των πνευμόνων, ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ), μαγνητική τομογραφία (ΜRΙ), ή άλλες τομογραφίες για τον εγκέφαλο και πιθανόν βιοψίες άλλων ιστών. Ένα από τα προβλήματα της διάγνωσης έγκειται στο ότι δεν υπάρχει μια μοναδική ομάδα συμπτωμάτων, μια μορφή πάθησης ή μια ομάδα εξετάσεων για όλους τους ασθενείς με λύκο.

 

Διατροφή και Ερυθηματώδης λύκος

Σύμφωνα με επιστημονικά στοιχεία, η διατροφή με λίγα κορεσμένα λιπαρά και συμπλήρωμα ιχθυελαίων (από σώμα ψαριού) μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη. Ωστόσο, συστήνεται προσοχή σε δίαιτες αποκλεισμού, που καταργούν την κατανάλωση σημαντικών ομάδων τροφίμων. Ο λύκος είναι ενεργή αυτοάνοση ασθένεια, και γι’ αυτό χρειάζονται όλα τα θρεπτικά συστατικά που προσφέρει μια ισορροπημένη διατροφή. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλευτούν διαιτολόγο για πιο συγκεκριμένες πληροφορίες.

 

Θεραπεία του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται κατά κόρον για τη μείωση των συμπτωμάτων είναι τα ακόλουθα: Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται, για να ελέγξουν τον πόνο της αρθρίτιδας. Συνήθως, χορηγούνται για μικρό χρονικό διάστημα με την οδηγία σταδιακά να μειώνεται η δόση, καθώς η αρθρίτιδα βελτιώνεται.

Η ασπιρίνη συμπεριλαμβάνεται σε αυτή την κατηγορία και βοηθάει στην αντιμετώπιση της δυσκαμψίας των αρθρώσεων όμως μόνο, όταν χρησιμοποιείται όπως καθορίζεται. Όλα μπορεί να προκαλέσουν στομαχικό ερεθισμό ή άλλες παρενέργειες π χ ζάλη και διάρροια. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ενδέχεται να επιφέρουν βλάβη στο συκώτι ή να τροποποιήσουν τη λειτουργία των νεφρών, η οποία συνήθως αποκαθίσταται με τη διακοπή ή την ελάττωση της δόσης.

Ανθελονοσιακά φάρμακα, που παλαιότερα χρησιμοποιούνταν για την ελονοσία και χρησιμεύουν για τη θεραπεία των φωτοευαίσθητων δερματικών εξανθημάτων.

Γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη), όπως είναι η πρεδνιζόνη, χρησιμοποιούνται για τη μείωση της φλεγμονής και την καταστολή της δραστηριότητας του ανοσιακού συστήματος. Αποτελούν την κύρια θεραπευτική αγωγή και οι παρενέργειες τους περιλαμβάνουν την αύξηση του σωματικού βάρους, τη στρογγυλοποίηση του προσώπου, την εμφάνιση των μωλώπων, την αλλαγή της διάθεσης με μεγάλη νευρικότητα από αϋπνίες μέχρι κατάθλιψη, την κατακράτηση υγρών με αποτέλεσμα οίδημα των ποδιών, την υψηλή αρτηριακή πίεση, την εμφάνιση ή τη χειροτέρευση του σακχαρώδη διαβήτη, την αύξηση του κινδύνου λοιμώξεων και σε σπάνια περίπτωση την εμφάνιση γαστρορραγίας. Η χρήση τους για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει οστεοπόρωση και καταρράκτη.

Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, τα οποία λαμβάνονται σχεδόν πάντα με κορτικοστεροειδή, καθώς χρησιμοποιούνται μόνο για δραστήριες παθήσεις, κυρίως με σοβαρά προβλήματα νεφρών. Η χρήση τους αφορά κυρίως άτομα τα οποία δεν έχουν ανταποκριθεί σε άλλου είδους φαρμακευτική θεραπεία ή έχει μειωθεί η δόση κορτικοστεροειδών. Γενικά, τα φάρμακα αυτά έχουν σοβαρές παρενέργειες.

 

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος θεραπεύοντας τις Αιτίες

Το κλειδί για τη θεραπεία βρίσκεται βαθιά μέσα στο κύτταρο και τους μηχανισμούς του.  Ειδικές Μοριακές και Γενετικές Εξετάσεις, που μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, βρίσκονται πλέον στη φαρέτρα μας.

Με λήψη αίματος ή ούρων στο πρώτο ραντεβού, τα οποία αποστέλλονται σε εξειδικευμένα  μικροβιολογικά εργαστήρια κυρίως στην Αμερική με τα οποία συνεργαζόμαστε, μπορούμε να γνωρίζουμε τους παράγοντες και τις αιτίες που προκάλεσαν τη Νόσο. Η συνολική διάρκεια της πρώτης επίσκεψης είναι περίπου μιάμισης ώρας και περιλαμβάνει ένα εξειδικευμένο πολυσέλιδο Ατομικό Ιατρικό Ιστορικό, καθώς και τις διατροφικές σας συνήθειες και προτιμήσεις.

Έχοντας το σύνολο των δεδομένων σε ένα μήνα περίπου στην κλινική πράξη, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πλέον στοχευμένες θεραπείες με πρωτόκολλα Μικρο-μακροθρεπτικών συστατικών, καθώς και Μοριακή Διατροφή, με σκοπό την εξισορρόπηση των θερμίδων και των θρεπτικών συστατικών.

Επιπλέον Θεραπείες με Φυσικές (Βιομιμητικές) Ορμόνες και πρωτόκολλα αφαίρεσης τοξικού φορτίου ολοκληρώνουν τη συνολική αντιμετώπιση.

Οι θεραπείες στα Αυτοάνοσα Νοσήματα μπορούν να εφαρμοστούν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, κατά την κρίση του εξειδικευμένου γιατρού στη Λειτουργική Ιατρική.

Η βιοχημική εκτροπή που οδηγεί σε «μετάλλαξη» των κυττάρων, ώστε τελικά να αναγνωρίζονται ως «ξένα κύτταρα» από το Ανοσοποιητικό Σύστημα και να αναπτύσσεται τελικά το όποιο Αυτοάνοσο Νόσημα, αντιμετωπίζεται, σε χρονικό διάστημα με μέση διάρκεια έξι έως δώδεκα μηνών.

Οι θεραπείες αυτές εφαρμόζονται επιτυχώς τουλάχιστον τα τελευταία είκοσι χρόνια και δεν αντιβαίνουν σε οποιαδήποτε άλλη παράλληλη φαρμακευτική ή ομοιοπαθητική αγωγή.

Τα συμπτώματα του Αυτοάνοσου Νοσήματος υποχωρούν από τους πρώτους μήνες της θεραπείας. Η γενική εικόνα και τα επίπεδα υγείας βελτιώνονται συνολικά. Οι ασθενείς που εφαρμόζουν επιπλέον τις οδηγίες που δίδονται, μετά το πέρας της θεραπείας, μειώνουν τις όποιες πιθανότητες υποτροπής στο ελάχιστο.

Η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή είναι αυτή από την οποία προκύπτουν τα μεγαλύτερα οφέλη, για την υγεία και ευεξία των ασθενών. Οφέλη που τεκμηριώνονται με ανάλογους δείκτες εξετάσεων και κλινικά αποτελέσματα.

Dr. Νικολέτα Κοḯνη, M.D.

Ιατρός Λειτουργικής, Προληπτικής, Αντιγηραντικής και Αναγεννητικής Ιατρικής

Diplomate and Board Certified in Anti-aging, Preventive, Functional and Regenerative Medicine from A4M (American Academy in Antiaging Medicine).

 

Διαβάστε επίσης:


Functional Medical System – Σύστημα Λειτουργικής Ιατρικής

Αυτοάνοσα Νοσήματα

Ερυθηματώδης Λύκος – Μια ασθένεια που μιμείται τις άλλες

 

Πηγές:


  • Autoimmune diseases. National Institute of Allergy and Infectious Diseases. Last reviewed May 2, 2017. Accessed June 4, 2020. https://www.niaid.nih.gov/diseases-conditions/autoimmune-diseases
  • Hood E. Measuring autoimmunity in America. Environmental Factor. Published April 2018. Accessed June 4, 2020. https://factor.niehs.nih.gov/2018/4/science-highlights/autoimmunity/index.htm
  • Autoimmune diseases. National Institute of Environmental Health Sciences. Last Reviewed May 6, 2020. Accessed June 4, 2020. https://www.niehs.nih.gov/health/topics/conditions/autoimmune/index.cfm – footnote1
  • Marker of autoimmunity increases in the U.S. National Institutes of Health. Published April 21, 2020. Accessed August 19, 2020. https://www.nih.gov/news-events/nih-research-matters/marker-autoimmunity-increases-us
  • Roberts MH, Erdei E. Comparative United States autoimmune disease rates for 2010-2016 by sex, geographic region, and race. Autoimmun Rev. 2020;19(1):102423. doi:10.1016/j.autrev.2019.102423
  • The Autoimmune Diseases Coordinating Committee. Progress in Autoimmune Diseases Research: Report to Congress. National Institutes of Health; 2005. Accessed August 31, 2020. https://www.niaid.nih.gov/sites/default/files/adccfinal.pdf
  • Somers EC, Marder W, Cagnoli P, et al. Population-based incidence and prevalence of systemic lupus erythematosus: the Michigan Lupus Epidemiology and Surveillance program. Arthritis Rheumatol. 2014;66(2):369-378. doi:10.1002/art.38238
  • Ramos PS, Shedlock AM, Langefeld CD. Genetics of autoimmune diseases: insights from population genetics. J Hum Genet. 2015;60(11):657-664. doi:10.1038/jhg.2015.94
  • Dinse GE, Parks CG, Weinberg CR, et al. Increasing prevalence of antinuclear antibodies in the United States. Arthritis Rheumatol. 2020;72(6):1026-1035. doi:10.1002/art.41214
  • American College of Rheumatology. Antinuclear antibodies (ANA). Updated March 2019. Accessed August 20, 2020. https://www.rheumatology.org/I-Am-A/Patient-Caregiver/Diseases-Conditions/Antinuclear-Antibodies-ANA
  • Aringer M, Costenbader K, Daikh D, et al. 2019 European League Against Rheumatism/American College of Rheumatology classification criteria for systemic lupus erythematosus. Ann Rheum Dis. 2019;78(9):1151-1159. doi:10.1136/annrheumdis-2018-214819
  • Rösken GHJ, van Beek AA, Bakker-Jonges LE, Schreurs MWJ. Antinuclear antibodies in systemic autoimmune disease. Ned Tijdschr Geneeskd. 2020;164:D4066.
  • Pérez D, Gilburd B, Cabrera-Marante Ó, et al. Predictive autoimmunity using autoantibodies: screening for anti-nuclear antibodies. Clin Chem Lab Med. 2018;56(10):1771-1777. doi:10.1515/cclm-2017-0241
  • Bloch DB. Patient education: antinuclear antibodies (ANA) (beyond the basics). UpToDate. Updated December 18, 2019. Accessed August 28, 2020. https://www.uptodate.com/contents/antinuclear-antibodies-ana-beyond-the-basics
  • Tan EM, Feltkamp TE, Smolen JS, et al. Range of antinuclear antibodies in “healthy” individuals. Arthritis Rheum. 1997;40(9):1601-1611. doi:10.1002/art.1780400909
  • Lyons R, Narain S, Nichols C, Satoh M, Reeves WH. Effective use of autoantibody tests in the diagnosis of systemic autoimmune disease. Ann N Y Acad Sci. 2005;1050:217-228. doi:10.1196/annals.1313.023
  • Nancy AL, Yehuda S. Prediction and prevention of autoimmune skin disorders. Arch Dermatol Res. 2009;301(1):57-64. doi:10.1007/s00403-008-0889-3
  • Ramos-Remus C, Castillo-Ortiz JD, Aguilar-Lozano L, et al. Autoantibodies in prediction of the development of rheumatoid arthritis among healthy relatives of patients with the disease. Arthritis Rheumatol. 2015;67(11):2837-2844. doi:10.1002/art.39297
  • Rakieh C, Nam JL, Hunt L, et al. Predicting the development of clinical arthritis in anti-CCP positive individuals with non-specific musculoskeletal symptoms: a prospective observational cohort study. Ann Rheum Dis. 2015;74(9):1659-1666. doi:10.1136/annrheumdis-2014-205227
  • Rose NR. Prediction and prevention of autoimmune disease in the 21st century: a review and preview. Am J Epidemiol. 2016;183(5):403-406. doi:10.1093/aje/kwv292
  • Choi MY, Fritzler MJ. Autoantibodies in SLE: prediction and the pvalue matrix. Lupus. 2019;28(11):1285-1293. doi:10.1177/0961203319868531
  • Mu Q, Kirby J, Reilly CM, Luo XM. Leaky gut as a danger signal for autoimmune diseases. Front Immunol. 2017;8:598. doi:10.3389/fimmu.2017.00598