fbpx

Ευερέθιστο Έντερο

 ευερεθιστο εντερο

Ιατρική Ακριβείας

Ευερέθιστο Έντερο

Η Ιατρική Ακριβείας αποτελεί την πιο Σύγχρονη Ιατρική Προσέγγιση Χρόνιων Παθήσεων. Ο κύριος στόχος της έγκειται στη λεπτομερή ανίχνευση των πραγματικών αιτιών κάθε Χρόνιας Νόσου. Σε αυτές τις Χρόνιες Ασθένειες συμπεριλαμβάνεται και το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου.
Η διενέργεια Εξετάσεων Ακριβείας σε Κυτταρικό και Γονιδιακό επίπεδο μας βοηθούν να προσδιορίσουμε τα ακριβή αίτια, καθώς και τους μηχανισμούς της Νόσου. Οι θεραπείες πλέον που προτείνονται είναι αυστηρά εξατομικευμένες.

 

Ακριβής Διάγνωση & Θεραπεία

  • Διάγνωση σε Κυτταρικό επίπεδο και σε επίπεδο ανάλυσης Γονιδίων
  • Εντοπισμός της Προδιάθεσης και των Μηχανισμών με τους οποίους αναπτύσσεται το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου
  • Διαμόρφωση στοχευμένων και αυστηρά εξατομικευμένων Θεραπευτικών αγωγών, χωρίς χημικά κατάλοιπα και έκδοχα
  • Άρση των υποκείμενων Αιτιών

 

Εξατομικευμένες Θεραπείες για το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου

Μέσω των προηγμένων διαγνωστικών αναλύσεων και ενός πλήρους ειδικά διαμορφωμένου επιγενετικού ιστορικού, διαμορφώνεται μία εις βάθος εικόνα της συνολικής κατάστασης των πασχόντων. Ο κλινικός ιατρός μπορεί να εκπονεί θεραπευτικά σχήματα που στοχεύουν άμεσα τη νόσο και μειώνουν το χρόνο θεραπείας προς όφελος του ασθενούς.

Με εξατομικευμένες Ιατρικές αγωγές και πρωτόκολλα, λοιπόν, μπορούμε να επεμβαίνουμε και να αντιμετωπίζουμε εξατομικευμένα τις κάθε είδους ανεπάρκειες και να αφαιρούμε το τοξικό φορτίο.

Με αυτή τη μεθοδολογία, αποκαθιστούμε στην ουσία την Υγεία σε κυτταρικό επίπεδο και επαναφέρουμε στον ανθρώπινο οργανισμό την ικανότητα παραγωγής υψηλής ποιότητας καύσεων, απαραίτητων για τη Ζωή.

  • Χωρίς λήψη, συνθετικών χημικών και φαρμακευτικών ουσιών
  • Θεραπείες που δρουν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, χωρίς παρενέργειες
  • Οριστική λύση στο πρόβλημα

Οι ασθενείς, οι οποίοι υπόκεινται σε εξατομικευμένες θεραπευτικές αγωγές που αφορούν την Ιατρική Ακριβείας, βλέπουν την καθημερινότητα τους να αλλάζει. Η  ποιότητα ζωής τους βελτιώνεται. Το ποσοστό υποτροπών περιορίζεται δραματικά.

Τα Ιατρικά Πρωτόκολλα, τα οποία χορηγούνται, προσαρμόζουν τις ποσότητες, τις δόσεις και το είδος των συστατικών, που μεταβάλλονται από άτομο σε άτομο.

Τα κλινικά αποτελέσματα χρήσης τέτοιων Ιατρικών Πρωτοκόλλων, τα τελευταία 20 έτη, είναι παραπάνω από ικανοποιητικά, με ποσοστά βελτίωσης και επαναρρύθμισης του οργανισμού άνω του 90%.

 

23

 

Screenshot2

 


 1

 

Οι έως τώρα Θεραπευτικές Προσεγγίσεις

Συνήθως, η αντιμετώπιση εστιάζεται στον περιορισμό της συμπτωματολογίας, παρέχεται ψυχολογική υποστήριξη και χρησιμοποιούνται διαιτητικά μέτρα και φαρμακευτική αγωγή. Υπάρχουν διάφορα φάρμακα που βοηθούν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του ΣΕΕ.

Συχνότατα είναι τα σπασμολυτικά, αλλά χρησιμοποιούνται και άλλα, όπως αντιχολινεργικά, αντιδιαρροϊκά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αγχολυτικά, προκινητικά, καθαρτικά αυξάνοντα τον όγκο των κοπράνων, ανταγωνιστές των υποδοχέων της σεροτονίνης, αγωνιστές υποδοχέων, ριφαξιμίνη.

Παρ’ όλα αυτά, οι συγκεκριμένες θεραπευτικές αντιμετωπίσεις, αν και χρησιμοποιούνται κατά κόρον εδώ και χρόνια, στοχεύουν κυρίως στο να μειώσουν τα συμπτώματα του νοσήματος και όχι στο να εντοπίσουν την αιτία του και να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

Έτσι, οι ασθενείς ταλαιπωρούνται με συνεχείς υποτροπές και με επανεμφάνιση των συμπτωμάτων,  γεγονός που τους επηρεάζει και ψυχολογικά.

 

Ευερέθιστο Έντερο – Τι είναι

Το Ευερέθιστο Έντερο, το οποίο είναι πολύ γνωστό και ως Σπαστική Κολίτιδα, αποτελεί μια λειτουργική διαταραχή του εντέρου που χαρακτηρίζεται από χρόνιο κοιλιακό πόνο, κοιλιακή δυσφορία, κοιλιακή διάταση (φούσκωμα) και αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου, εν απουσία κάποιας άλλης οργανικής νόσου. Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου αντιμετωπίζεται επιτυχώς. Το κλειδί για μία επιτυχημένη θεραπεία βρίσκεται στα αίτια που το προκαλούν.

Χρόνια, Αυτοάνοσα & Μεταβολικά Νοσήματα

Ποια είναι τα πραγματικά αίτια; Ενημερωθείτε για το πως μπορείτε να τα αντιμετωπίσετε.

 

Τα συμπτώματα του Ευερέθιστου Εντέρου

Σε κάποιες περιπτώσεις, τα συμπτώματα υφίστανται μετά την κένωση. Μπορεί να εμφανιστεί υπό τη μορφή διάρροιας ή δυσκοιλιότητας ή με εναλλαγή αυτών (κατατασσόμενες οι περιπτώσεις ως IBS-D, IBS-C or IBS-A αντίστοιχα). Επίσης, το ΣΕΕ δύναται να παρουσιαστεί έπειτα από μία λοίμωξη (μετά-λοιμώδες, IBS-PI ) ή μία στρεσογόνο κατάσταση.

Ποικίλες καταστάσεις μπορούν να υποδυθούν το ΣΕΕ, όπως η κοιλιοκάκη (δυσαπορρόφηση γλουτένης), η δυσαπορρόφηση φρουκτόζης, η οποία εμπεριέχεται κυρίως στα φρούτα, καθώς και οι παρασιτικές λοιμώξεις, όπως η λαµβλίαση, η Ιδιοπαθής φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, η χρόνια λειτουργική δυσκοιλιότητα και το χρόνιο λειτουργικό κοιλιακό άλγος.

Τα συμπτώματα αφορούν το 10-20% του πληθυσμού παγκοσμίως, ενώ τα νέα περιστατικά, ανά έτος, ανέρχονται στο 1-2%. Από τους πάσχοντες από ΣΕΕ μόνο το 10-20% αναζητά ιατρική βοήθεια, ενώ 20-50% των επισκέψεων αφορά συμπτωματολογία ευερέθιστου εντέρου.

Εκδηλώσεις του ευερέθιστου εντέρου είναι: η διαταραχή στις συνήθειες του εντέρου (διάρροια – δυσκοιλιότητα – εναλλαγές), ο κοιλιακός πόνος και ο μετεωρισμός (φούσκωμα).

Επίσης, μπορεί να συνοδεύεται από: βλέννη στα κόπρανα, δυσπεψία, κάψιμο, ναυτία, εμετούς, αυξημένη συχνότητα ούρησης, επιδείνωση των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως και μυαλγίες.

 

Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου – Ποιοι προσβάλλονται περισσότερο

Οι γυναίκες δείχνουν να έχουν πιθανότητα να αναπτύξουν ΣΕΕ 2-3 φορές περισσότερο από τους άνδρες. Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν και διαχώρισαν τον πληθυσμό βάσει της ηλικίας, παρατηρήθηκε ελάττωση στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είναι σπάνιο στην υπο-Σαχάρια Αφρική, αλλά σύνηθες στην Κίνα, στην Ινδία και στη Νότια Αμερική.

Το γεγονός ότι το ευερέθιστο έντερο αφορά κυρίως γυναίκες (αναλογία 2:1) υποδηλώνει ότι οι ορμόνες του φύλου παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πρόκληση των συμπτωμάτων.

 

Ευερέθιστο Έντερο και Παθοφυσιολογία

Κατά τη διάρκεια της περιόδου, μεταβάλλονται οι γυναικείες ορμόνες που προκαλούν διαταραχή της κινητικότητας και συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα, λόγω ύπαρξης υποδοχέων των ορμονών στο τοίχωμα του γαστρεντερικού σωλήνα. Η ορμόνη που είναι υπεύθυνη κυρίως για τα συμπτώματα του γαστρεντερικού είναι η προγεστερόνη, η οποία αυξάνεται κατά την έμμηνο ρύση.

Πιο συγκεκριμένα, παρατηρείται μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων και αύξηση των επιπέδων της προγεστερόνης στην ωχρινική φάση, οι οποίες προκαλούν αύξηση της έκφρασης του υποδοχέα της σεροτονίνης στο έντερο. Αυτό οδηγεί σε επιδείνωση των συμπτωμάτων του εντέρου (αύξηση της κινητικότητας) και σε σπλαχνική υπερευαισθησία στον πόνο.

Η λίστα όμως με τις ορμόνες που έχουν επίδραση στη λειτουργία του γαστρεντερικού δε σταματά εδώ. Η επινεφριδιακή ορμόνη κορτιζόλη είναι αυτή που ανιχνεύεται ιδιαίτερα υψηλή σε γυναίκες με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το άγχος επηρεάζει την εξέλιξη της νόσου.

Άλλη μια ορμόνη που επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό είναι η κορτικοτροπίνη. Η ορμόνη αυτή είναι υπεύθυνη, για να στείλει σήμα στο έντερο, ούτως ώστε να ρίξει μεγάλες ποσότητες νερού και βλέννας, επιταχύνοντας τη διαδικασία της αφόδευσης. Όμως, εξαιτίας του γεγονότος ότι το ερέθισμα δε σταματά μετά την αφόδευση, έχουμε την αίσθηση ότι θέλουμε να ξαναπάμε τουαλέτα.

 

Ευερέθιστο Έντερο – Τροφική Δυσανεξία

Πολλοί ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου πιστεύουν ότι τα συμπτώματα της νόσου πυροδοτούνται από συγκεκριμένα τρόφιμα. Εντούτοις, η συγκεκριμένη αιτιολογική σχέση είναι δύσκολο να αποδειχθεί. Το γάλα, το σιτάρι, τα αβγά, καθώς και τα τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε σαλικυλικά (καφές, ξηροί καρποί, καλαμπόκι, κρασί, ντομάτα κλπ.) ή αμίνες (σοκολάτα, μπανάνα, κρασί κλπ.), αποτελούν τα τρόφιμα που αναγνωρίζονται με τη μεγαλύτερη συχνότητα για την έξαρση των συμπτωμάτων.

 

Ευερέθιστο Έντερο και δυσαπορρόφηση σακχάρων και λακτόζης

Ο ρόλος της δυσαπορρόφησης μεμονωμένων σακχάρων (δηλ. της λακτόζης, της φρουκτόζης και της σορβιτόλης) στην ανάπτυξη των συμπτωμάτων του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου αξίζει ιδιαίτερης αναφοράς.

Η δυσαπορρόφηση της λακτόζης έχει αναφερθεί ότι απαντάται στο 25% των ασθενών με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου στις Η.Π.Α. και στη Βόρεια Ευρώπη, ενώ ο επιπολασμός στις Μεσογειακές χώρες μπορεί να αγγίζει και το 52-68%.

Επίσης, ενδέχεται να προκαλέσει διάρροια και μετεωρισμό και, έτσι, να απαντάται συχνότερα στην υποομάδα εκείνη των ασθενών που υπερισχύουν τα συμπτώματα αυτά.

 

Ευερέθιστο Έντερο και δυσαπορρόφηση φρουκτόζης και σορβιτόλης

Η δυσαπορρόφηση της φρουκτόζης και της σορβιτόλης εμφανίζονται επίσης σε ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

Ο επιπολασμός της δυσαπορρόφησης είναι ιδιαίτερα υψηλός, όταν τα δύο αυτά σάκχαρα χορηγούνται ταυτόχρονα (31-92%). Αν και τα ποσοστά αυτά δε διαφέρουν από αυτά που μετρώνται σε υγιή άτομα ελέγχου, η ένταση των συμπτωμάτων μετά την πρόσληψη των σακχάρων είναι σημαντικά μεγαλύτερη σε ασθενείς με σύνδρομο με ευερέθιστο έντερο.

Η διαφορά αυτή δε φαίνεται να οφείλεται σε εντερική δυσκινησία και στην υπερευαισθησία στη διάταση, αλλά στην αύξηση της ικανότητας ζύμωσης που παρουσιάζουν οι ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

 

Ευερέθιστο Έντερο – Διατροφική Αντιμετώπιση

Η διατροφή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υποχώρηση ή στην επιδείνωση  των συμπτωμάτων που προκαλεί το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς χρειάζεται να ακολουθούν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής. Ορισμένες τροφές επιτρέπονται, ενώ η κατανάλωση κάποιων άλλων τροφίμων συνιστάται να αποφεύγεται στο Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου.

 

Τροφές που επιτρέπονται

Όσον αφορά στην αντιμετώπιση της νόσου διατροφικά, συνιστώνται η λήψη ικανής ποσότητας νερού (2- 3lt ημερησίως). Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, το πράσινο τσάι μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της γενικής φλεγμονής στον οργανισμό των πασχόντων από Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

Δημητριακά που περιέχουν διαλυτές φυτικές ίνες, όπως η βρώμη, ενδείκνυνται, καθώς οι αδιάλυτες φυτικές ίνες ανακουφίζουν μεν από τη δυσκοιλιότητα, ενοχοποιούνται δε για την πρόκληση φουσκώματος.  Υπάρχουν σκευάσματα στα φαρμακεία που δεν είναι φάρμακα και βοηθούν. Σημαντική θέση κατέχουν τα σκευάσματα φυτικών ινών, τα οποία προτείνονται τόσο σε περιπτώσεις δυσκοιλιότητας, όσο και σε διάρροιας.

 

Τροφές προς αποφυγή

Τροφές που προκαλούν δυσανεξία στον ασθενή και έκκριση ισταμίνης, οι οποίες είναι μοναδικές για κάθε ασθενή, είναι κυρίως οι φλεγμονώδεις τροφές, όπως η γλουτένη, οι υδατάνθρακες και τα αγελαδινά προϊόντα.

Πρέπει να περιορίζονται επίσης ή και να αποφεύγονται η λακτόζη, η φρουκτόζη, γλυκαντικά, όπως το μέλι και οι μαρμελάδες, και λοιποί σακχαρίτες σε ασθενείς με διαπιστωμένη ευαισθησία. Προτείνεται και η αποφυγή της καφεΐνης, για τον περιορισμό της υπερέντασης και της επίτασης των συμπτωμάτων.

Επίσης, καλό είναι να αποφεύγονται τα όσπρια, γιατί προκαλούν «φούσκωμα». Συνιστάται και η αποφυγή της κατανάλωσης ορισμένων λαχανικών, όπως οι αγκινάρες, το μπρόκολο, τα παντζάρια, το σκόρδο και το κρεμμύδι, και ξηρών καρπών, όπως το ταχίνι και τα κάσιους.

 

Ο ρόλος των Προβιοτικών και Πρεβιοτικών στην αντιμετώπιση του ΣΕΕ

Επίσης, διατίθενται σκευάσματα προβιοτικών και πρεβιοτικών. Τα προβιοτικά αποτελούν ζώντες μικροοργανισμοί, παρόμοιοι με αυτούς του εντέρου, που συμβάλλουν στην ισορροπία της εντερικής χλωρίδας. Τα πρεβιοτικά είναι ουσίες που συντείνουν στην ανάπτυξη και διατήρηση της ήδη υπάρχουσας εντερικής χλωρίδας.

Οι μελέτες που διενεργούνται για το ΣΕΕ αφορούν συνήθως τα προβιοτικά. Φαίνεται ότι τα προβιοτικά τροποποιούν την εντερική χλωρίδα και επηρεάζουν την αλληλεπίδραση αυτής με τα συστατικά των τροφών και το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνουν τη γενικότερη συμπτωματολογία και ιδιαίτερα το μετεωρισμό. Περιλαμβάνονται σε αυξημένες συγκεντρώσεις σε ορισμένες τροφές, όπως τα γιαούρτια.

Δεδομένου ότι οι πάσχοντες από ΣΕΕ είναι μια ομάδα με πληθώρα συνδυασμών συμπτωματολογίας και βάσει του ότι η μικροβιακή χλωρίδα εμφανίζει εξαιρετική ποικιλότητα από άνθρωπο σε άνθρωπο, ο καθορισμός κριτηρίων για την επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος προβιοτικών είναι δύσκολος.

Εδώ έρχεται να διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο ο φαρμακοποιός, ο οποίος με τη στενή και συχνή σχέση με τον ασθενή, μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό του πλέον αποτελεσματικού προβιοτικού.

 

Η Διατροφή Ακριβείας

Η διατροφή μπορεί να διαδραματίσει καίριο ρόλο στην πρόληψη και στη θεραπεία του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου, λόγω του ότι συγκαταλέγεται στους επιγενετικούς παράγοντες. Πρόκειται για παράγοντες που μπορούν να ενεργοποιήσουν δυνητικά «μοριακούς διακόπτες», οι οποίοι συντείνουν στη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης.

Η Διατροφή Ακριβείας αποτελεί ένα εξατομικευμένο είδος διατροφολογικής προσέγγισης που προσεγγίζει τις διατροφικές ανάγκες των ατόμων, με γνώμονα τις μεταβολικές και γενετικές τους ιδιαιτερότητες, βασιζόμενη στη διενέργεια κυτταρικών και γονιδιακών αναλύσεων.

Στην ουσία, υποστηρίζει ότι τα μικρο-και μακροθρεπτικά συστατικά μπορούν να επενεργήσουν στο μεταβολισμό και στην έκφραση των γονιδίων και λαμβάνει υπόψιν τις συνήθειες του τρόπου ζωής και την τρέχουσα κατάσταση της υγείας του ατόμου, ούτως ώστε να διαμορφωθεί ένα εξατομικευμένο διατροφικό πλάνο.

 

Dr. Νικολέτα Κοḯνη, M.D.

Ιατρός Λειτουργικής, Προληπτικής, Αντιγηραντικής και Αναγεννητικής Ιατρικής
Diplomate and Board Certified in Anti-aging, Preventive, Functional and Regenerative Medicine from A4M (American Academy in Antiaging Medicine).

 

Διαβάστε επίσης:


Χρόνια Νοσήματα

Αυτοάνοσα Νοσήματα

 

Πηγές:


  • Schneider MR, Schmidt-Ullrich R, Paus R (2009) The hair follicle as a dynamic miniorgan. Curr Biol 19: R132-R142.
  • Almohanna HM, Ahmed AA, Tsatalis JP, Tosti A (2019) The Role of Vitamins and Minerals in Hair Loss: A Review. Dermatol Ther (Heidelb) 9: 51-70.
  • Guo EL, Katta R (2017) Diet and hair loss: Effects of nutrient deficiency and supplement use. Dermatol Pract Concept 7: 1-10.
  • Finner AM (2013) Nutrition and hair: Deficiencies and supplements. Dermatol Clin 31: 167-172.
  • Singh RK, Chang HW, Yan D, Lee KM, Ucmak D, et al. (2017) Influence of diet on the gut microbiome and implications for human health. J Transl Med 15: 73.
  • Scott KP, Gratz SW, Sheridan PO, Flint HJ, Duncan SH (2013) The influence of diet on the gut microbiota. Pharmacol Res 69: 52-60.
  • Vaughn AR, Notay M, Clark AK, Sivamani RK (2017) Skin-gut axis: The relationship between intestinal bacteria and skin health. World J Dermatol 6: 52-58.
  • Bowe WP, Joshi SS, Shalita AR (2010) Diet and acne. J Am Acad Dermatol 63: 124-141.
  • Dawber R (1989) Alopecia areata. Monogr Dermatol 2: 89-102.
  • Odom RB, Davidsohn IJ, William D, Henry JB, Berger TG (2006) Clinical diagnosis by laboratory methods. In: Elston Dirk M, Andrews’ Diseases of the Skin: Clinical Dermatology. Saunders Elsevier.
  • Brenner W, Diem E, Gschnait F (1979) Coincidence of vitiligo, alopecia areata, onychodystrophy, localized scleroderma and lichen planus. Dermatologica 159: 356-360.
  • Trink A, Sorbellini E, Bezzola P, Rodella L, Rezzani R, et al. (2013) A randomized, double-blind, placebo- and active-controlled, half-head study to evaluate the effects of platelet-rich plasma on alopecia areata. Br J Dermatol 169: 690-694.
  • Clavaud C, Jourdain R, Bar-Hen A, Magali Tichit, Christiane Bouchier, et al. (2013) Dandruff is associated with disequilibrium in the proportion of the major bacterial and fungal populations colonizing the scalp. PLoS One 8: e58203.
  • Rinaldi F, Pinto D, Marzani B, Rucco M, Giuliani G, et al. (2018) Human microbiome: What’s new in scalp diseases. J Transl Sci 4: 1-4.
  • Pinto D, Sorbellini E, Marzani B, Rucco M, Giuliani G, et al. (2019) Scalp bacterial shift in Alopecia areata. PLoS One 14: e0215206.
  • Ho BS, Ho EXP, Chu CW, Ramasamy S, Bigliardi-Qi M, et al. (2019) Microbiome in the hair follicle of androgenetic alopecia patients. PLoS One 14: e0216330.
  • Polak-Witka K, Rudnicka L, Blume-Peytavi U, Vogt A (2019) The role of the microbiome in scalp hair follicle biology and disease. Exp Dermatol.
  • L Nair, Z Dai, AM Christiano (2017) 649 Gut microbiota plays a role in the development of alopecia areata. Journal of Investigative Dermatology 137: S112.
  • Olsen EA, Hordinsky MK, Price VH, Roberts JL, Shapiro J, et al. (2004) Alopecia areata investigational assessment guidelines–Part II. National Alopecia Areata Foundation. J Am Acad Dermatol 51: 440-447.
  • Grice EA, Kong HH, Conlan S, Deming CB, Davis J, et al. (2010) Topographical and temporal diversity of the human skin microbiome. Science 324: 1190-1192.
  • Paulino LC, Tseng CH, Strober BE, Blaser MJ (2006) Molecular analysis of fungal microbiota in samples from healthy human skin and psoriatic lesions. J Clin Microbiol 44: 2933-2941.
  • Gao Z, Perez-Perez GI, Chen Y, Blaser MJ (2010) Quantitation of major human cutaneous bacterial and fungal populations. J Clin Microbiol 48: 3575-3581.
  • Klindworth A, Pruesse E, Schweer T, Jörg Peplies, Christian Quast, et al. (2013) Evaluation of general 16S ribosomal RNA gene PCR primers for classical and next-generation sequencing-based diversity studies. Nucleic Acids Res 41: e1.
  • Takahashi S, Tomita J, Nishioka K, Hisada T, Nishijima M (2014) Development of a prokaryotic universal primer for simultaneous analysis of bacteria and archaea using next-generation sequencing. PLoS One 9: e105592.
  • Apprill A, McNally S, Parsons R, Weber L (2015) Minor revision to V4 region SSU rRNA 806R gene primer greatly increases detection of SAR11 bacterioplankton. Aquat Microb Ecol 75: 129-137.
  • Parada AE, Needham DM, Fuhrman JA (2016) Every base matters: assessing small subunit rRNA primers for marine microbiomes with mock communities, time series and global field samples. Environ Microbiol 18: 1403-1414.
  • Walters W, Hyde ER, Berg-Lyons D, Ackermann G, Humphrey G, et al. (2015) Improved bacterial 16S rRNA Gene (V4 and V4-5) and fungal internal transcribed spacer marker gene primers for microbial community surveys. mSystems 1.
  • Caporaso JG, Lauber CL, Walters WA, Berg-Lyons D, Lozupone CA, et al. (2011) Global patterns of 16S rRNA diversity at a depth of millions of sequences per sample. Proc Natl Acad Sci USA 108: 4516-4522.
  • Kozich JJ, Westcott SL, Baxter NT, Highlander SK, Schloss PD (2013) Development of a dual-index sequencing strategy and curation pipeline for analyzing amplicon sequence data on the MiSeq Illumina sequencing platform. Appl Environ Microbiol 79: 5112-5120.
  • Castro-Quezada I, Román-Viñas B, Serra-Majem L (2014) The mediterranean diet and nutritional adequacy: A review. Nutrients 6: 231-248.
  • Rushton DH (2002) Nutritional factors and hair loss. Clin Exp Dermatol 27: 396-404.
  • Mubki T, Rudnicka L, Olszewska M, Shapiro J (2014) Evaluation and diagnosis of the hair loss patient: Part I. History and clinical examination. J Am Acad Dermatol 71: 415.
  • Spivak JL, Jackson DL (1997) Pellagra: An analysis of 18 patients and a review of the literature. Johns Hopkins Med J 140: 295-309.
  • Goldberg LJ, Lenzy Y (2010) Nutrition and hair. Clin Dermatol 28: 412-419.
  • Kato I, Vasquez A, Moyerbrailean G, Land S, Djuric Z, et al. (2017) Nutritional correlates of human oral microbiome. J Am Coll Nutr 36: 88-98.
  • Cordain L, Lindeberg S, Hurtado M, Hill K, Eaton SB, et al. (2002) Acne vulgaris: A disease of Western civilization. Arch Dermatol. 138: 1584-1590.
  • Grossi E, Cazzaniga S, Crotti S, Naldi L, Di Landro A, et al. (2016) The constellation of dietary factors in adolescent acne: A semantic connectivity map approach. J Eur Acad Dermatol Venereol 30: 96-100.
  • Zouboulis CC, Jourdan E, Picardo M (2014) Acne is an inflammatory disease and alterations of sebum composition initiate acne lesions. J Eur Acad Dermatol Venereol 28: 527-532.
  • Zákostelská Z, Málková J, Klimešová K, Pavel Rossmann, Michaela Hornová, et al. (2016) Intestinal microbiota promotes psoriasis-like skin inflammation by enhancing Th17 response. PLoS One 11: e0159539.
  • Zhang C, Zhang M, Wang S, Han R, Cao Y, et al. (2010) Interactions between gut microbiota, host genetics and diet relevant to development of metabolic syndromes in mice. ISME J 4: 232-241.
  • Mu Q, Kirby J, Reilly CM, Luo XM, (2017) Leaky gut as a danger signal for autoimmune diseases. Front Immunol 8: 598.