Αυτισμός

Ο αυτισμός ορίζεται ως μία σοβαρή νεύρο-ψυχολογική αναπτυξιακή διαταραχή που επιδρά στον εγκέφαλο και επιδεινώνεται από ένα τοξικό περιβάλλον. Η εν λόγω επιδείνωση προκύπτει ως απόρροια του γεγονότος ότι εκφράζονται ορισμένα γονίδια σε άτομα που εμφανίζουν ευαισθησία στη συγκεκριμένη κατάσταση.

Όταν μιλάμε για αυτισμό, πλέον, αναφερόμαστε στις διαταραχές φάσματος του αυτισμού – ASD. Αυτές περιλαμβάνουν διαταραχές στην κοινωνική αλληλεπίδραση, στην επικοινωνία και στη γλώσσα. Πρόκειται για μία κατάσταση εξαιρετικά πολύπλοκη η οποία εκδηλώνεται με συμπτώματα, όπως οι καθορισμένες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις, λέξεις, θέσεις και στάσεις του σώματος. Την τελευταία εικοσαετία αυξάνεται ολοένα και περισσότερο ο αριθμός των περιστατικών που διαγιγνώσκονται με αυτισμό.

Ο αυτισμός περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1943 από τον Kanner. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν αποτελεί ασθένεια. Πρόκειται για ένα σύνδρομο που συνήθως υφίσταται εκ γενετής, αλλά παρουσιάζεται λίγο πριν από την ηλικία των τριών ετών και χαρακτηρίζεται από πολλαπλό αιτιολογικό υπόβαθρο.

Ο όρος «σύνδρομο», εξάλλου, χρησιμοποιείται στην Ιατρική με σκοπό την περιγραφή πολυπαραγοντικών καταστάσεων των οποίων, μάλιστα, τα αίτια που οδηγούν στην εκδήλωση τους είναι ουσιαστικά άγνωστα. Γι’ αυτούς τους λόγους, η θεραπεία των συνδρόμων καθίσταται αδύνατη. Όλων των ειδών οι θεραπευτικές προσεγγίσεις για τα σύνδρομα είναι υποστηρικτικές, προάγουν δηλαδή τη ποιότητα ζωής των πασχόντων.  Αυτό, πάντως, που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι για τις Διαταραχές Φάσματος του Αυτισμού ενοχοποιούνται γονιδιακοί, κληρονομικοί και επίκτητοι παράγοντες.

Στα βασικότερα συμπτώματα του αυτισμού συγκαταλέγεται η διαφορετική ανταπόκριση των ασθενών σε κάθε είδους ερεθίσματα, είτε αυτά είναι εξωτερικά είτε εσωτερικά. Οι ανταποκρίσεις στα ερεθίσματα ελέγχονται από τις ορμόνες και καθορίζονται από τη βιοχημεία του σώματος μας. Οι επιδράσεις του περιβάλλοντος, το οξειδωτικό stress και η διατροφή παίζουν μείζονα ρόλο στον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται το σώμα μας στα ποικίλα ερεθίσματα.

Στρατηγικές για την αντιμετώπιση των Διαταραχών του Φάσματος Αυτισμού

Όταν κάποιος καλείται να δώσει μία λύση σε θέματα που σχετίζονται με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού ή με άλλες αναπτυξιακές διαταραχές, χρειάζεται να διερευνήσει εξονυχιστικά ορισμένες καταστάσεις. Καταρχάς, χρήζει μελέτης το αν παρέχονται στο σώμα και στον εγκέφαλο του παιδιού με αυτισμό όλα τα πολύτιμα θρεπτικά στοιχεία που χρειάζεται για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού του. Είναι σημαντικό να διαθέτει ο οργανισμός όλα τα απαραίτητα βιοχημικά του καύσιμα, προκειμένου να διεκπεραιώνονται άριστα όλες χημικές διεργασίες του σώματος και να εξασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή λειτουργία των μιτοχονδρίων. Τα εν λόγω βιοχημικά καύσιμα εξασφαλίζονται μέσω της πρόσληψης των κατάλληλων θρεπτικών ουσιών, στα οποία περιλαμβάνονται οι βιταμίνες, τα μέταλλα και τα λιπαρά οξέα.

Έπειτα, χρειάζεται να ανευρεθεί η ύπαρξη ή μη κάποιου «ξενιστή», ο οποίος εισβάλλει στον εγκέφαλο και στο σώμα του παιδιού, παρεμποδίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τη σωστή λειτουργία αυτών. Κατ’ ουσίαν, διερευνάται η τυχόν επικράτηση παραμέτρων που μπορεί να παρεμποδίζουν τον οργανισμό να λειτουργεί βέλτιστα. Τέτοιες παράμετροι ενδέχεται να είναι η δυσβίωση του εντέρου, η συσσώρευση στον οργανισμό μας τοξικών ουσιών, οι χρόνιες φλεγμονές, το οξειδωτικό στρες, η μειωμένη παραγωγή ενέργειας λόγω της ελλιπούς δράσης των μιτοχονδρίων και η ανεπαρκής απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών από το σώμα μας. Κι όλοι αυτοί οι παράγοντες εξετάζονται, διότι τα παιδιά που εμφανίζουν διαταραχές στο φάσμα του αυτισμού παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, πολλές βιοχημικές δυσλειτουργίες και διατροφικές ελλείψεις. `

Αιτιολογική αντιμετώπιση του Αυτισμού

Ο βασικότερος στόχος της θεραπευτικής προσέγγισης που εκπονείται για τις περιπτώσεις διαταραχών του φάσματος του αυτισμού έγκειται στην επαναφορά της βέλτιστης υγείας του παιδιού ή του ενήλικα, στην ενδυνάμωση της ορμονικής και βιοχημικής του ισορροπίας και στον περιορισμό των προβληματικών αναπτυξιακών συμπτωμάτων, προκειμένου να διάγει το πάσχον άτομο ποιότητα ζωής.

Προκειμένου να επιτευχθούν όλα τα παραπάνω, διερευνάται το συνονθύλευμα των επιγενετικών παραγόντων που ενοχοποιούνται για την εμφάνιση της συγκεκριμένης πάθησης. Λαμβάνεται ένα πλήρες ατομικό και ιατρικό ιστορικό του ασθενούς και με βάση αυτό εξετάζονται παράμετροι, όπως η λήψη φαρμάκων και συμπληρωμάτων, η διατροφή, ο τρόπος ανάπτυξης του παιδιού και τα ζητήματα συμπεριφοράς του.

Μέσα από τις εξετάσεις που διενεργούνται σε περιπτώσεις Διαταραχών Φάσματος του Αυτισμού ελέγχονται οι κυριότεροι γονιδιακοί πολυμορφισμοί, το ορμονικό και μοριακό προφίλ, η συγκέντρωση βαρέων μετάλλων στον οργανισμό και η τοξίκωση από οργανικούς διαλύτες. Βάσει των διαγνωστικών ευρημάτων, προσδιορίζονται όλες οι ανεπάρκειες και ανισορροπίες που παρατηρούνται στον οργανισμό του παιδιού και στη συνέχεια, εξατομικεύεται η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται βαθμιαία η παραγωγή ενέργειας σε επίπεδο κυττάρου, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ανταπόκριση στα διάφορα ερεθίσματα. Οι μεταβολικές οδοί και μηχανισμοί, καθώς κι η παραγωγή ορμονών προωθούνται, ούτως ώστε οι αντιδράσεις σε  κοινωνικό, γλωσσικό και επικοινωνιακό επίπεδο να βελτιωθούν τα μέγιστα. Στη θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να συμπεριληφθεί και Μοριακή Διατροφή.

Πρόκειται για μία ιατρική προσέγγιση που διαφοροποιείται από τις άλλες, διότι αποβλέπει στην εκπόνηση μίας στοχευμένης θεραπείας για την εξάλειψη όλων των υποκείμενων αιτιών που οδηγούν στην εν λόγω ασθένεια. Αποτελεί, δηλαδή, μία αιτιολογική θεραπεία κι όχι συμπτωματική. Κατόπιν, αποσκοπεί στην τροφοδότηση του οργανισμού με όλα τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία που αποκαθιστούν τη βέλτιστη λειτουργία του σώματος και του εγκεφάλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά η νόσος ή τουλάχιστον να καταπολεμηθούν οι παρεκκλίσεις από την καλύτερη δυνατή λειτουργία του οργανισμού.

 

 

 

Διαβάστε επίσης


Η Μοριακή διατροφή ως Διατροφικό Μοντέλο

Χρόνια Νοσήματα: Πώς αντιμετωπίζονται οριστικά;

Αυτοάνοσα Νοσήματα: Γιατί μας προδίδει ο οργανισμός μας;

 

Πηγές – Βιβλιογραφία


  • Reddy MN. Reference ranges for total homocysteine in children. Clin Chim Acta. 1997;262(1-2):153-155.
  • Johnson SM, Hollander E. Evidence that eicosapentaenoic acid is effective in treating autism. J Clin Psychiatry. 2003;64(7):848-849.
  • Herbert MR. Large brains in autism: the challenge of pervasive abnormality. Neuroscientist. 2005;11(5):417-440.
  • Wakefi eld AJ, Ashwood P, Limb K, Anthony A. The signifi cance of ileo-colonic lymphoid nodular hyperplasia in children with autistic spectrum disorder. Eur J Gastroenterol Hepatol. 2005;17(8):827-836.
  • Millward C, Ferriter M, Calver S, Connell-Jones G. Gluten- and casein-free diets for autistic spectrum disorder. Cochrane Database Syst Rev. 2004;(2):CD003498.
  • Hornig M, Briese T, Buie T, et al. Lack of association between measles virus vaccine and autism with enteropathy: a case-control study. PLoS ONE. 2008;3(9):e3140.
  • Bradstreet JJ, El Dahr J, Anthony A, Kartzinel JJ, Wakefi eld AJ. Detection of measles virus genomic RNA in cerebrospinal fl uid of children with regressive autism: a report of three cases. J Am Phys Surgeons. 2004;9(2):38-45.
  • Williams R. Biochemical Individuality, New York: McGraw Hill; 1998.
  • Autism Research Initiative. Treatment Options for Mercury/metal Toxicity in Autism and Related Developmental Disabilities: Consensus Position Paper. San Diego, CA: Autism Research Initiative; 2005. Available at: http://www.autism.com heavymetals.pdf. Accessed September 17, 2008.
  • Thompson WW, Price C, Goodson B, et al. Early thimerosal exposure and neuropsychological outcomes at 7 to 10 years. N Engl J Med. 2007;357(13):1281-1292.