Ανθρώπινο Εντερικό Μικροβίωμα και Ομοιόσταση του οργανισμού

Από το 17ο αιώνα όποτε και ανακαλύπτονται τα μικρόβια μέχρι και σήμερα, η επιστήμη έχει μελετήσει ιδιαίτερα τους μικρούς αυτούς οργανισμούς καθώς και την αλληλεπίδραση τους με τον άνθρωπο. Το ανθρώπινο εντερικό μικροβίωμα αποτελεί ένα πολύπλοκο οικοσύστημα, το οποίο απαρτίζεται από μικρόβια, που εντοπίζονται στο ανθρώπινο έντερο. Έχει εκτιμηθεί, μάλιστα, ότι περίπου 400-500 διαφορετικά γένη μικροβίων συνιστούν την εντερική μικροχλωρίδα του ανθρώπινου μικροβιώματος. 

Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, ότι στο πεπτικό σύστημα του ανθρώπου διαβιούν περίπου 100 τρισεκατομμύρια βακτήρια, ένας αριθμός δέκα φορές μεγαλύτερος από το σύνολο των κυττάρων του οργανισμού μας. Τα μικρόβια, λοιπόν, αυτά, που αναπαράγονται στο έντερο, αλληλεπιδρούν τόσο μεταξύ τους, όσο  και με το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ομοιόσταση του οργανισμού, δηλαδή την ικανότητα σταθεροποίησης του εσωτερικού περιβάλλοντος, παρά τις όποιες εξωτερικές παρεμβολές. 

 

Οι ευεργετικές λειτουργίες του Εντερικού Μικροβιώματος στον ανθρώπινο οργανισμό

Πρόσφατα επιστημονικά ευρήματα έχουν αναδείξει σωρεία λειτουργιών του εντερικού μικροβιώματος. Πιο συγκεκριμένα, το εντερικό μικροβίωμα συντελεί στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος, συμβάλλει στην παραγωγή βιταμινών και νευροδιαβιβαστών και διατηρεί την ακεραιότητα του εντέρου. Είναι σαφής, λοιπόν, η σπουδαιότητα του μικροβιώματος του εντέρου στη διατήρηση της καλής λειτουργίας του οργανισμού. Για αυτό το λόγο άλλωστε το έντερο του ανθρώπου αναφέρεται και ως «Δεύτερος Εγκέφαλος». 

Κάτι που δε γνωρίζουν οι περισσότεροι από εμάς είναι ότι, στην πραγματικότητα, το   80%-85% του ανοσοποιητικού μας συστήματος εδράζεται στο μικροβίωμα του εντέρου. Ένα υγιές γαστρεντερικό σύστημα χρησιμεύει σα φράγμα, το οποίο εμποδίζει την είσοδο μικροβίων, τοξινών και άλλων ανεπιθύμητων ουσιών στο σώμα, μέσω του αίματος. 

Στο γαστρεντερικό σωλήνα, μάλιστα, ανευρίσκεται πλήθος λεμφαδένων και βακτηρίων. Το 85% των βακτηρίων αυτών είναι προβιοτικά, συνδράμουν, δηλαδή, στην καλή λειτουργία του οργανισμού. Το 15% εξ αυτών είναι ουδέτερα και υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί να εξελιχθούν σε παθογόνα. 

Μεταξύ αυτών των βακτηρίων και του ξενιστή παρατηρείται συνεχής αλληλεπίδραση. Από τη μία, ο ξενιστής παρέχει στα βακτήρια του γαστρεντερικού σωλήνα τόπο, προκειμένου αυτά να αναπτυχθούν και να επιβιώσουν, μέσα από την πρόσληψη των διάφορων θρεπτικών συστατικών των τροφών. Από την άλλη, τα βακτήρια προβάλλουν αντίσταση στις διάφορες λοιμώξεις και διευκολύνουν την απορρόφηση των τροφών, που έχουν υποστεί πέψη, βοηθώντας, έτσι, τον οργανισμό. 


Διαταραχές Εντερικού Μικροβιώματος και Ελκώδης Κολίτιδα


Ο Ιπποκράτης ήδη από την αρχαιότητα είχε επισημάνει ότι η κακή πέψη είναι η ρίζα όλων των δεινών.  Ο ισχυρισμός του, λοιπόν, ο οποίος υποστηρίζει την άποψη πως όλα ξεκινούν από το έντερο, αποδεικνύεται σωστός.

Η Ελκώδης Κολίτιδα είναι μία ανοσολογική πάθηση, που προκαλεί φλεγμονή και έλκη στην εσωτερική επιφάνεια, στο βλεννογόνο του παχέος εντέρου κι έχει συσχετισθεί με τη διαταραχή του εντερικού μικροβιώματος. 

Πρόκειται για τον πιο κοινό τύπο της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου, κατά την οποία η φλεγμονή οδηγεί σε καταστροφή των κυττάρων του βλεννογόνου, με αποτέλεσμα να προκαλείται αιμορραγία, να δημιουργείται πύον και να σχηματίζονται μικρές πληγές (έλκη). Παράλληλα, η φλεγμονή επιφέρει ως συνέπεια την εμφάνιση διάρροιας, λόγω των συχνότερων κενώσεων. 

Πολλαπλές μελέτες καταδεικνύουν μεταβολές στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος των ασθενών με Ελκώδη Κολίτιδα. Αφενός, η μικροχλωρίδα του εντερικού αυλού χαρακτηρίζεται από μειωμένη ποικιλομορφία κι αφετέρου αυξάνεται ο αριθμός των μικροβίων που προσκολλώνται στη βλέννη. 

  

Θεραπευτικές Προσεγγίσεις και Εξελιγμένες Μελέτες

Ωστόσο, υπάρχουν τρόποι θεραπείας, οι οποίοι συμβάλλουν στην αποκατάσταση του εντερικού μικροβιώματος.  Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται, κυρίως, μέσα από την τήρηση μίας θεραπευτικής διατροφής, η οποία συνίσταται μεταξύ άλλων στη λήψη  προβιοτικών και πρεβιοτικών. Πρόκειται για σκευάσματα, τα οποία ευνοούν την ανάπτυξη ευεργετικών βακτηρίων. Οφείλουμε σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε πως μόνο μέσω εξειδικευμένων διαγνωστικών εξετάσεων μπορεί να εξακριβωθεί ποια είδη μικροβίων του εντερικού μικροβιώματος λείπουν από τον οργανισμό και καθ’ αυτό τον τρόπο πρέπει να αναπληρωθούν. Μόνο μέσα από μια στοχευμένη επαναφορά της φυσιολογικής λειτουργίας του εντέρου, μπορεί  να βελτιωθεί η απορροφησιμότητα των θρεπτικών ουσιών, που ωφελούν τον οργανισμό του ανθρώπου. 

Μέχρι τώρα η επιστήμη της Ιατρικής και της Βιολογίας στηριζόταν στη διαμόρφωση υποθέσεων και στην επαλήθευση τους, μέσω της διαδικασίας πειραμάτων. Ωστόσο, εξελιγμένες διαγνωστικές μέθοδοι, μέχρι πρότινος διαθέσιμες μόνο σε Πανεπιστημιακές Κλινικές, μπορούν πλέον να πραγματοποιήσουν μία εις βάθος μελέτη του ανθρώπινου μικροβιώματος. 

Τα αποτελέσματα αυτών των καινοτόμων διαγνωστικών εξετάσεων παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση και ποιότητα του εντερικού μικροβιώματος και σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα αιματολογικών/βιοχημικών εξετάσεων, μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας θεραπευτικής αγωγής που στόχο θα έχει την αποκατάσταση του εντερικού μικροβιώματος και σε επόμενο στάδιο την αντιμετώπιση της Ελκώδους Κολίτιδας. Οι ασθενείς με Ελκώδη Κολίτιδα οφείλουν να ακολουθήσουν μια τέτοια εξατομικευμένη προσέγγιση βασισμένη σε στέρεα επιστημονικά δεδομένα καθώς μπορεί να έχει τα μέγιστα οφέλη για το ανθρώπινο σώμα και να προλάβει την όποια άκριτη και αλόγιστη λήψη φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών σκευασμάτων.

 

 

 

Διαβάστε επίσης


Διατήρηση Απώλεια Βάρους

Σπλαχνικό λίπος το «ενεργό λίπος»

Χρόνια Νοσήματα πως αντιμετωπίζονται οριστικά

 

Πηγές – Βιβλιογραφία:


  • Sank B E and Siegel C A. Crohn’s disease. In: Sleisenger & Fordtrans Gastrointestinal and Liver Disease: pathophysiology, diagnosis, management. Feldman M, Friedman LS, Brand LJ Saunders 9th edition, Volume 2, 2010.
  • Bernstein C, Blanchard F, Rawsthorne P, et al. Epidemiology of Crohn’ s Disease and ulcerative colitis in a central Canadian province: a population-study. Am J Epidemiol 1999; 149:916-24.
  • Probert S, Jayanthi V, Ramson S, et al. Epidemiology of inflammatory Bowel disease in different ethnic and religious groups: Limitations and aetiological clues. Int J Colorectal Dis 1996; 11:25-8.
  • Probert S, Jayanthi V, Pinder D, et al. Epidemiological study ulcerative proctocolitis in Indian migrants and the indigenous population of Leicestershire. Gut 1992; 33:687-93.
  • Wang Y.F., Ouyang Q., Hu R.W. Progression of inflammatory bowel disease in China. J. Dig. Dis. 2010;11:76–82. doi: 10.1111/j.1751-2980.2010.00421.x. 
  • Ng S.C., Shi H.Y., Hamidi N., Underwood F.E., Tang W., Benchimol E.I., Panaccione R., Ghosh S., Wu J.C., Chan F.K., et al. Worldwide incidence and prevalence of inflammatory bowel disease in the 21st century: A systematic review of population-based studies. Lancet. 2017;390:2769–2778. doi: 10.1016/S0140-6736(17)32448-0. 
  • Sheehan D, Moran C, Shanahan F. The microbiota in inflammatory bowel disease. J Gastroenterol. 2015;50(5):495–507.
  • Honda K, Littman DR. The microbiome in infectious disease and inflammation. Annu Rev Immunol. 2012;30:759–95.