«Μην τρώτε λιπαρά. Το λίπος σάς παχαίνει, σας προκαλεί καρδιακές παθήσεις και σωρεία άλλων παθήσεων. Για να καταφέρετε να χάσετε βάρος πρέπει να τρώτε λιγότερο και να ασκείστε περισσότερο».

Μια απλή μαθηματική εξίσωση καθόρισε έναν τρόπο σκέψης για τη λύση της άσκησης του βάρους. Θερμίδες που προσλαμβάνουμε σε σχέση με τις θερμίδες που καταναλώνουμε. Η γνωστή, λοιπόν, υπόθεση εξισορρόπησης ενέργειας ή με απλά λόγια «φάε λιγότερο, κάψε περισσότερο» είναι ευρέως διαδεδομένη ως η λύση για την απώλεια βάρους και την επίτευξη του αδυνατίσματος.

Φαινομενικά ορθή, απλή, γρήγορα κατανοητή θέση η οποία υποστηρίζεται από Ιατρικούς φορείς, διαιτολόγους και φυσικά τη βιομηχανία τροφίμων.

Κι όμως κανείς δεν αδυνατίζει πραγματικά ή δεν κατορθώνει να διατηρήσει για πολύ καιρό τα χαμένα κιλά του. Τα ποσοστά παχυσαρκίας, λοιπόν, καλπάζουν ανοδικά παγκοσμίως.

 

Κάτι θερμίδες, μα τι θερμίδες;

Οι θερμίδες που προσλαμβάνει το άτομο ημερησίως χρειάζεται σίγουρα να είναι συγκεκριμένες σε ποσότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το είδος της τροφής δεν παίζει κανέναν ρόλο. Με απλά λόγια, σε καμία περίπτωση οι 100 θερμίδες μπισκότων δεν δίνουν στον Οργανισμό την ίδια ποιοτικά ενέργεια με αυτήν που προσφέρουν 100 θερμίδες από καρύδια ή βατόμουρα.

Μπορούμε, αντίστοιχα, να εξισώσουμε 200 θερμίδες σόδας με 200 θερμίδες αβοκάντο;

Κι όμως. Η συγκεκριμένη λογική της «ημερήσιας πρόσληψης θερμίδων» αποτελεί τη βάση για το σύνολο σχεδόν των προγραμμάτων απώλειας βάρους. Έτσι, ολοένα και πιο συχνά συναντάμε ανθρώπους που υποφέρουν από παχυσαρκία και θέματα υγείας, τα οποία προκαλεί η κακής ποιότητας τροφή και το υπερβολικό βάρος.

Το σημαντικότερο είναι να αντιληφθεί κανείς ότι τα τρόφιμα δεν είναι μόνο ενέργεια. Αντίθετα, μεταφέρουν πληροφορίες, οδηγίες και αποτελούν έναν κώδικα που ελέγχει στην ουσία το σύνολο των λειτουργιών του σώματός μας. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται οι ορμονικές λειτουργίες, η χημεία του εγκεφάλου, ποικίλοι παράγοντες που καθορίζουν την όρεξη, λειτουργίες που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα, τη γονιδιακή έκφραση, καθώς και με το ίδιο το μικροβίωμα.

Μπορεί να φαντάζει παράξενο, αλλά η ποιότητα των πληροφοριών σχετίζεται σε πολύ σημαντικό βαθμό από την ποιότητα του φαγητού.

 

Λιπαρά εναντίον Υδατανθράκων: ποιος ο «φίλος» τελικά;

Η γενικευμένη εντύπωση που υπάρχει αναφέρει ότι μια δίαιτα υψηλή σε λιπαρά είναι ο «κακός» σύμβουλος του αδυνατίσματος. Έτσι, οι «ειδικοί» του αδυνατίσματος ενισχύουν τον οργανισμό των ανθρώπων που θέλουν να χάσουν βάρος με υδατάνθρακες.

Μια ανασκόπηση 53 τυχαιοποιημένων δοκίμων που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στο Lancet, αναφέρει ότι όσο πιο πλούσιες ήταν οι δίαιτες σε λιπαρά, τόσο περισσότερο βάρος έχανε ο ενδιαφερόμενος. Μάλιστα, όσο μικρότερη ήταν η αντιστοιχία μεταξύ υδατανθράκων και λιπαρών, τόσο πιο επιτυχείς οι δίαιτες.

Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει η παρωχημένη άποψη ότι τα λιπαρά αποθηκεύονται στο σώμα με τη μορφή λίπους, ενώ πιστεύεται ότι η λήψη υδατανθράκων μετατρέπεται σε άμεση πηγή ενέργειας.

Αντίθετα όμως, η κατανάλωση λιπαρών διευκολύνει τα μεταβολικά μονοπάτια του οργανισμού. Πιο συγκεκριμένα, καταναλώνοντας λιπαρές τροφές, αυτές αποθηκεύονται και μετατρέπονται σε λιπαρά οξέα και γλυκερόλη, ουσίες που αποθηκεύονται και αποτελούν τη διαθέσιμη καλή πηγή ενέργειας του σώματος.

 

Τι αναφέρουν οι έρευνες

Από την άλλη, η κατανάλωση των υδατανθράκων μπορεί να αποτελεί άμεση πηγή ενέργειας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η αίσθηση αυτή είναι προσωρινή. Ωστόσο, λίγο μετά την άμεση αίσθηση ευεξίας που νιώθει το άτομο τρώγοντας υδατάνθρακες, η τροφή αποθηκεύεται με τη μορφή λίπους στο σώμα. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσληψη υδατανθράκων δεν ευνοεί την απώλεια βάρους. Αντίθετα, την αναστέλλει.

Σύμφωνα με έρευνα του περιοδικού Nature μάλιστα, η σύγκριση ανάμεσα σε δύο δίαιτες, εκ των οποίων η μία ήταν πλούσια σε λιπαρά, ενώ η άλλη πλούσια σε υδατάνθρακες, απέδειξε ότι η πρώτη δίαιτα ήταν πολύ καλύτερη. Πιο συγκεκριμένα, η ομάδα που τρεφόταν με την υψηλή σε λιπαρά διατροφή, όχι μόνο έχασε περισσότερο βάρος, αλλά ταυτόχρονα αποδείχτηκε ότι είχε καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα,  χαμηλότερα τριγλυκερίδια και καλύτερη χοληστερόλη (HDL).   Μάλιστα, οι συμμετέχοντες στην πλούσια σε λιπαρά δίαιτα έκοψαν και τις διαβητικές, φαρμακευτικές αγωγές.

Η συσχέτιση ανάμεσα στην πλούσια σε λιπαρά διατροφή σε σχέση με την αναστροφή του Διαβήτη τύπου 2, αναφέρεται σε σχετικό άρθρο του Ιατρικού περιοδικού JAMA.

Άρα, η συνταγή της επιτυχίας προβλέπει: Περισσότερα λιπαρά. Λιγότεροι υδατάνθρακες.

Η συλλογική αντίληψη για το τι βοηθά στο να μένουμε υγιής και με σωστό βάρος απέχει κατά πολύ από αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση μπορεί κανείς να αναλογιστεί εάν η οποιαδήποτε δίαιτα που ακολουθεί η έχει δοκιμάσει στο παρελθόν τον έχει βοηθήσει.

 

Δρ. Κοΐνη Νικολέτα, Μ.D.
Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος, PgD in Genomic Medicine and Healthcare
Ιατρός Λειτουργικής, Αντιγηραντικής, Προληπτικής και Αναγεννητικής Ιατρικής
(Diplomate and Board Certified in Anti-aging, Preventive, Functional and Regenerative Medicine from
A4M (American Academy in Antiaging Medicine).

 

Διαβάστε επίσης


Η κατανάλωση φυσικών χυμών φρούτων απαγορεύεται 

Εξετάσεις με Βιοχημική, Μοριακή και Γενετική Προσέγγιση

 Θεραπευτική – Μοριακή Διατροφή