Ευερέθιστο Έντερο

 

%ce%b5%cf%85%ce%b5%cf%81%ce%ad%ce%b8%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bf

 

Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου (ΣΕΕ ή IBS  irritable bowel syndrome) είναι μια λειτουργική διαταραχή του εντέρου που χαρακτηρίζεται από χρόνιο κοιλιακό άλγος, κοιλιακή δυσφορία, κοιλιακή διάταση (φούσκωμα) και αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου απουσία κάποιας οργανικής νόσου.

 

Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου αντιμετωπίζεται επιτυχώς. Το κλειδί για μία επιτυχημένη θεραπεία βρίσκεται στα αίτια που το προκαλούν.

Κυτταρική & Μοριακή Θεραπευτική Αντιμετώπιση

  • Οι ασθενείς δεν αλλάζουν διατροφικές συνήθειες, ούτε τον τρόπο ζωής τους
  • Χωρίς λήψη χημικών και φαρμακευτικών ουσιών
  • Θεραπείες που δρουν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, χωρίς παρενέργειες
  • Οριστική λύση στο πρόβλημα

 

Σε κάποιες περιπτώσεις τα συμπτώματα υφίστανται μετά την κένωση. Μπορεί να εμφανισθεί υπό τη μορφή διάρροιας ή δυσκοιλιότητας, ή με εναλλαγή αυτών (κατατασσόμενες οι περιπτώσεις ως IBS-DIBS-C or IBS-A αντίστοιχα). Επίσης το ΣΕΕ δύναται να παρουσιασθεί έπειτα από μία λοίμωξη (μετά-λοιμώδες, IBS-PI ) ή μία στρεσογόνο κατάσταση.

Ποικίλες καταστάσεις μπορούν να υποδυθούν το ΣΕΕ, όπως κοιλιοκάκη (δυσαπορρόφηση γλουτένης), δυσαπορρόφηση φρουκτόζης, λοιμώξεις, παρασιτικές λοιμώξεις όπως λαµβλίαση, Ιδιοπαθής φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, χρόνια λειτουργική δυσκοιλιότητα και χρόνιο λειτουργικό κοιλιακό άλγος.

Τα συμπτώματα αφορούν πολλούς ανθρώπους καθώς φαίνεται ότι πάσχει το 10-20% του πληθυσμού παγκοσμίως ενώ τα νέα περιστατικά, ανά έτος, ανέρχονται στο 1-2%. Από τους πάσχοντες από ΣΕΕ μόνο το 10-20% αναζητά ιατρική βοήθεια, ενώ 20-50% των επισκέψεων αφορά συμπτωματολογία ευερέθιστου εντέρου.

Οι γυναίκες δείχνουν να έχουν πιθανότητα να αναπτύξουν ΣΕΕ 2-3 φορές περισσότερο από τους άντρες. Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν και διαχώρισαν τον πληθυσμό βάση της ηλικίας παρατηρήθηκε ελάττωση στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είναι σπάνιο στην υπο-Σαχάρια Αφρική, αλλά σύνηθες στην Κίνα, στην Ινδία και στην Νότια Αμερική.

 

Συμπτώματα του Ευερέθιστου Εντέρου

Εκδηλώσεις του ευερέθιστου εντέρου είναι:

  • η διαταραχή στις συνήθειες του εντέρου (διάρροια – δυσκοιλιότητα – εναλλαγές),
  • κοιλιακός πόνος,
  • μετεωρισμός (φούσκωμα).

Επίσης μπορεί να συνοδεύεται από:

  • βλέννη στα κόπρανα,
  • δυσπεψία, κάψιμο, ναυτία, εμέτους,
  • αυξημένη συχνότητα ούρησης,
  • επιδείνωση των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης
  • μυαλγίες.

 

Το γεγονός ότι το ευερέθιστο έντερο αφορά κυρίως γυναίκες (αναλογία 2:1) υποδηλώνει ότι οι ορμόνες του φύλου παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πρόκληση των συμπτωμάτων.

Κατά την έμμηνο ρύση μεταβάλλονται οι γυναικείες ορμόνες που προκαλούν διαταραχή της κινητικότητας και συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα λόγω ύπαρξης υποδοχέων των ορμονών στο τοίχωμα του γαστρεντερικού σωλήνα. Η ορμόνη που είναι υπεύθυνη κυρίως για τα συμπτώματα του γαστρεντερικού είναι η προγεστερόνη η οποία αυξάνεται κατά την έμμηνο ρύση.

Πιο συγκεκριμένα έχουμε μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων και αύξηση των επιπέδων της προγεστερόνης στην ωχρινική φάση οι οποίες προκαλούν αύξηση της έκφρασης του υποδοχέα της σεροτονίνης στο έντερο που οδηγεί σε επιδείνωση των συμπτωμάτων του εντέρου (αύξηση της κινητικότητας) και σπλαχνική υπερευαισθησία στον πόνο.

 

Ευερέθιστο Έντερο & Ορμόνες του Άγχους

Η λίστα όμως με τις ορμόνες που έχουν επίδραση στη λειτουργία του γαστρεντερικού δε σταματά εδώ. Η επινεφριδιακή ορμόνη κορτιζόλη είναι αυτή που ανιχνεύεται ιδιαίτερα υψηλή σε γυναίκες με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το άγχος επηρεάζει την εξέλιξη της νόσου.

Άλλη μια ορμόνη που επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό είναι η κορτικοτροπίνη. Η ορμόνη αυτή είναι υπεύθυνη για να στείλει σήμα στο έντερο προκειμένου να ρίξει μεγάλες ποσότητες νερού και βλέννας επιταχύνοντας τη διαδικασία της αφόδευσης. Όμως επειδή το ερέθισμα δε σταματά μετά την αφόδευση και γι αυτό έχουμε την αίσθηση ότι θέλουμε να ξαναπάμε τουαλέτα.

 

Τροφική Δυσανεξία & Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου

Πολλοί ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου πιστεύουν ότι τα συμπτώματα της νόσου πυροδοτούνται από συγκεκριμένα τρόφιμα, ωστόσο η συγκεκριμένη αιτιολογική σχέση είναι δύσκολο να αποδειχθεί. Το γάλα, το σιτάρι και τα αυγά καθώς και τα τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε σαλικυλικά (καφές, ξηροί καρποί, καλαμπόκι, κρασί, τομάτα κλπ.) ή αμίνες (σοκολάτα, μπανάνα, κρασί κλπ.) αποτελούν τα τρόφιμα που αναγνωρίζονται με τη μεγαλύτερη συχνότητα για την έξαρση των συμπτωμάτων.

Ο ρόλος της δυσαπορρόφησης μεμονωμένων σακχάρων (δηλ. της λακτόζης, της φρουκτόζης και της σορβιτόλης) στην ανάπτυξη των συμπτωμάτων του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου αξίζει ιδιαίτερης αναφοράς. Η δυσαπορρόφηση της λακτόζης έχει αναφερθεί ότι απαντάται στο 25% των ασθενών με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου στις Η.Π.Α. και στην Βόρεια Ευρώπη, ενώ ο επιπολασμός στις Μεσογειακές χώρες μπορεί να αγγίζει και το 52-68%. Η δυσαπορρόφηση της λακτόζης μπορεί να προκαλέσει διάρροια και μετεωρισμό και έτσι, να απαντάται συχνότερα στην υποομάδα εκείνη των ασθενών που υπερισχύουν τα συμπτώματα αυτά.

Η δυσαπορρόφηση της φρουκτόζης και της σορβιτόλης εμφανίζονται επίσης σε ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Ο επιπολασμός της δυσαπορρόφησης είναι ιδιαίτερα υψηλός όταν τα δύο αυτά σάκχαρα χορηγούνται ταυτόχρονα (31-92%). Αν και τα ποσοστά αυτά δε διαφέρουν από αυτά που μετρώνται σε υγιή άτομα ελέγχου, η ένταση των συμπτωμάτων μετά την πρόσληψη των σακχάρων είναι σημαντικά μεγαλύτερη σε ασθενείς με σύνδρομο με ευερέθιστο έντερο. Η διαφορά αυτή δε φαίνεται να οφείλεται σε εντερική δυσκινησία και την υπερευαισθησία στη διάταση, αλλά στην αύξηση της ικανότητας ζύμωσης που παρουσιάζουν οι ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

 

Εξετάσεις για τη διάγνωση των Ατόμων με  Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου

Η διερεύνηση νέων στην ηλικία ασθενών με τυπική συμπτωματολογία συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου χωρίς σημεία «συναγερμού» για οργανική νόσο του πεπτικού συστήματος δεν απαιτεί εργαστηριακό έλεγχο.

Σε ασθενείς με πολλές διαρροϊκές κενώσεις πρέπει να ελεγχθεί η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα και να ληφθούν βιοψίες από το παχύ έντερο για τον αποκλεισμό μικροσκοπικής ή ηωσινοφιλικής κολίτιδας. Σε υποψία βακτηριακής υπερανάπτυξης είναι χρήσιμη η δοκιμασία εκπνεόμενου υδρογόνου.

Στην περίπτωση που απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος, η επιλογή πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τα συμπτώματα, τη σοβαρότητα τους και τις ανησυχίες του ασθενούς. Για ασθενείς με μικρή διάρκεια συμπτωμάτων, σχετικά μεγάλη ηλικία (όμως μικρότερη των 50 ετών) και χωρίς πρόδηλους εκλυτικούς παράγοντες για εκδήλωση συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, η γενική εξέταση αίματος, η ΤΚΕ και η εξέταση του παχέος εντέρου μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εξετάσεις αρχικού ελέγχου.

Η χρήση άλλων εξετάσεων όπως της CRP, οι βιοχημικές εξετάσεις, η γενική μικροσκοπική και παρασιτολογική των κοπράνων είναι επίσης κάποιες εξετάσεις που κρίνονται απαραίτητες ανάλογα με τη συμπτωματολογία και το ιστορικό του κάθε ασθενούς.

 

Θεραπευτικές προσεγγίσεις

Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να υποβληθούμε σε έλεγχο, όταν η έναρξη της συμπτωματολογίας άρχεται μετά τη μέση ηλικία, όταν είναι αιφνίδια. Επίσης, όταν είναι προοδευτικά επιδεινούμενη ή εξελισσόμενη, όταν προκαλεί νυχτερινή αφύπνιση και στις περιπτώσεις που συνοδεύεται από ανορεξία, απώλεια βάρους, πυρετό, απώλεια αίματος στις κενώσεις. Επίσης, πρέπει να δείξουμε προσοχή όταν η διάρροια είναι ανώδυνη αλλά και όταν υπάρχουν υπόνοιες για δυσαπορρόφηση. Ακόμα, αν υπάρχει ιατρική διάγνωση ΣΕΕ, οποιοδήποτε νέο σύμπτωμα πρέπει να οδηγήσει στο γιατρό μας.

Συνήθως η αντιμετώπιση εστιάζεται στον περιορισμό της συμπτωματολογίας και χρησιμοποιούνται ψυχολογική υποστήριξη, διαιτητικά μέτρα και φαρμακευτική αγωγή. Υπάρχουν διάφορα φάρμακα που βοηθούν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων του ΣΕΕ. Συχνότατα είναι τα σπασμολυτικά, αλλά χρησιμοποιούνται και άλλα, όπως αντιχολινεργικά, αντιδιαρροϊκά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αγχολυτικά, προκινητικά, καθαρτικά αυξάνοντα τον όγκο των κοπράνων, ανταγωνιστές των υποδοχέων της σεροτονίνης, αγωνιστές υποδοχέων, ριφαξιμίνη.

Παρ’ όλα αυτά η συγκεκριμένες θεραπευτικές αντιμετωπίσεις αν και χρησιμοποιούνται κατά κόρον εδώ και χρόνια στοχεύουν κυρίως να μειώσουν τα συμπτώματα του νοσήματος και όχι να βρουν την αιτία του και να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.

Έτσι οι ασθενείς ταλαιπωρούνται με συνεχείς υποτροπές και με επανεμφάνιση των συμπτωμάτων γεγονός που τους επηρεάζει και ψυχολογικά.

 

Διατροφική Αντιμετώπιση

Όσον αφορά την αντιμετώπιση της νόσου διατροφικά, συνιστώνται η λήψη ικανής ποσότητας νερού (2- 3lt ημερησίως), αποφυγή της καφεΐνης, προς περιορισμό της υπερέντασης και της επίτασης των συμπτωμάτων. Επίσης καλό είναι να αποφεύγονται τα όσπρια, γιατί προκαλούν «φούσκωμα».

Πρέπει να περιορίζονται ή να αποφεύγονται η λακτόζη, φρουκτόζη ή άλλοι σακχαρίτες σε ασθενείς με διαπιστωμένη ευαισθησία. Υπάρχουν σκευάσματα στα φαρμακεία που δεν είναι φάρμακα και βοηθούν. Σημαντική θέση κατέχουν τα σκευάσματα φυτικών ινών, τα οποία προτείνονται τόσο σε περιπτώσεις δυσκοιλιότητας, όσο και σε διάρροιας. Επίσης υπάρχουν σκευάσματα προβιοτικών και πρεβιοτικών. Τα προβιοτικά είναι ζώντες μικροοργανισμοί παρόμοιοι με αυτούς του εντέρου και βοηθούν στην ισορροπία της εντερικής χλωρίδας. Τα πρεβιοτικά είναι ουσίες που βοηθούν την ανάπτυξη και διατήρηση της ήδη υπάρχουσας εντερικής χλωρίδας. Οι μελέτες που γίνονται για το ΣΕΕ αφορούν συνήθως τα προβιοτικά. Φαίνεται ότι τα προβιοτικά τροποποιούν την εντερική χλωρίδα και επηρεάζουν την αλληλεπίδραση αυτής με τα συστατικά των τροφών και το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ βελτιώνουν τη γενικότερη συμπτωματολογία και ιδιαίτερα το μετεωρισμό.

Με δεδομένα ότι οι πάσχοντες από ΣΕΕ είναι μια ομάδα με πληθώρα συνδυασμών συμπτωματολογίας και ότι η μικροβιακή χλωρίδα έχει εξαιρετική ποικιλότητα από άνθρωπο σε άνθρωπο, ο καθορισμός κριτηρίων για την επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος προβιοτικών είναι δύσκολος. Εδώ έρχεται να διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο ο φαρμακοποιός, ο οποίος με τη στενή και συχνή σχέση με τον ασθενή μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό του πλέον αποτελεσματικού προβιοτικού.

 

Κυτταρική, Μοριακή Θεραπευτική Αντιμετώπιση

Επειδή όμως υπάρχουν πολλές καταστάσεις που επηρεάζουν τα επίπεδα των ορμονών μας είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τη βιοχημεία του κυττάρου μέσω ειδικών βιοχημικών, ορμονικών και μεταβολικών εξετάσεων, καθώς οι διακυμάνσεις αυτές επηρεάζουν την εκδήλωση και έξαρση των συμπτωμάτων του ευερέθιστου εντέρου. Επομένως η εξισορρόπηση των ανισορροπιών είναι απαραίτητη για την ύφεση ή και την πλήρη εξαφάνιση των συμπτωμάτων.

Με εξατομικευμένες Ιατρικές αγωγές και πρωτόκολλα, μπορούμε να επεμβαίνουμε και να αποκαθιστούμε εξατομικευμένα, τις κάθε είδους ανεπάρκειες και να αφαιρούμε το τοξικό φορτίο.

Με αυτή τη μεθοδολογία, αποκαθιστούμε στην ουσία την Υγεία σε κυτταρικό επίπεδο και επαναφέρουμε στον ανθρώπινο οργανισμό, την ικανότητα παραγωγής υψηλής ποιότητας καύσεων, απαραίτητων για τη Ζωή.

Τα Ιατρικά Πρωτόκολλα τα οποία χορηγούνται, προσαρμόζουν τις ποσότητες, τις δόσεις και το είδος των συστατικών, που αλλάζουν από άτομο σε άτομο (πραγματική εξατομίκευση), σε αντίθεση με τις προσεγγίσεις ίδιων δοσολογικών σχημάτων για όλους, των 50,100 ή 500mg.

Τα κλινικά αποτελέσματα χρήσης τέτοιων Ιατρικών Πρωτοκόλλων τα τελευταία 20 έτη, είναι παραπάνω από ικανοποιητικά, με ποσοστά βελτίωσης και επαναρρύθμισης του οργανισμού άνω του 80%. Οι ασθενείς οι οποίοι υπόκεινται σε θεραπευτικές αγωγές που αφορούν τη Λειτουργική Ιατρική, βλέπουν την καθημερινότητα τους να αλλάζει. Η  ποιότητα ζωής τους βελτιώνεται. Παράλληλα με την αγωγή, τα ψυχικά και σωματικά τους αποθέματα, αυξάνονται.

 

Dr. Νικολέτα Κοḯνη, M.D.

Ιατρός Λειτουργικής, Προληπτικής, Αντιγηραντικής και Αναγεννητικής Ιατρικής.

Diplomate and Board Certified in Anti-aging, Preventive, Functional and Regenerative Medicine from A4M (American Academy in Antiaging Medicine).