Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος

 

0-eri-likos

Ο Συστηματικός Ερυθηματώδης λύκος εκδηλώνεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ιστούς του οργανισμού. Μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή σε διάφορα μέρη του σώματος, αν και στους περισσότερους εμφανίζονται μόνο ελάχιστα από τα πιθανά συμπτώματα. Ο συστηματικός Ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ), είναι Αυτοάνοση πάθηση, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που επιτίθενται στους ιστούς του οργανισμού και προκαλούν φλεγμονή. Ο ΣΕΛ συνήθως προσβάλλει το δέρμα και τις αρθρώσεις, αλλά μπορεί να επηρεάσει και την καρδιά ή τους νεφρούς, όταν τα συμπτώματα είναι έντονα.

Ο λύκος προσβάλει τις γυναίκες σχεδόν 8 με 10 φορές συχνότερα απ’ ότι τους άντρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα πρωτοεμφανίζονται σε γυναίκες τις αναπαραγωγικής ηλικίας (συνήθως 18-45 χρονών). Πάντως ο λύκος μπορεί να εμφανιστεί και σε μικρά παιδιά ή μεγαλύτερα άτομα. Εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα τις μαύρης φυλής και σε ομάδες Ασιατών, Βόρειων Αμερικανών, Ινδιάνων, απ’ ότι σε άτομα τις λευκής φυλής.

 

Συστηματικός Ερυθηματώδης λύκος και Συμπτώματα

Τα συχνότερα συμπτώματα της νόσου είναι τα εξής:

  • Πόνος στις αρθρώσεις
  • Ερυθρό εξάνθημα στο πρόσωπο, λαιμό, χέρια
  • Ερυθρό εξάνθημα στη μύτη και τα μάγουλα (
  • Υπερβολική κόπωση
  • Πυρετός
  • Απώλεια βάρους
  • Πονοκέφαλος
  • Στοματικά έλκη (άφθες)
  • Τριχόπτωση
  • Διόγκωση των λεμφαδένων
  • Αλλαγή στο χρώμα των δακτύλων όταν κάνει κρύο (φαινόμενο Raynaud)

 

Άλλα συνήθη συμπτώματα της ασθένειας περιλαμβάνουν μικρούς πόνους,  ανορεξία, ναυτία και εμετό. Μπορεί να υπάρξει αυξημένη τάση για λοιμώξεις, αναιμία ή εύκολη αιμορραγία. Η αναιμία οφείλεται στην ελάττωση των ερυθρών αιμοσφαιρίων του αίματος, προκαλώντας αδυναμία, ωχρότητα ή ακόμα και δύσπνοια (δυσκολία στην αναπνοή). Ορισμένα άτομα με λύκο έχουν αυξημένη τάση για δημιουργία θρόμβων.

Άλλα συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν την ορογονίτιδα (φλεγμονή του βλεννογόνου ορισμένων οργάνων π.χ. της καρδιάς ή των πνευμόνων) προκαλώντας συμπτώματα πόνου με την αναπνοή ή δύσπνοια. Συχνά εμφανίζονται προβλήματα στα νεφρά. Στα πρώιμα στάδια, ίσως να μην υπάρχουν συμπτώματα συμμετοχής των νεφρών, αν και μπορεί να εμφανιστεί οίδημα (πρήξιμο) στα κάτω άκρα, αν υπάρχει απώλεια πρωτεΐνης στα ούρα.

 

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος Αίτια.

Δεν γνωρίζουμε τα αίτια που προκαλούν τον λύκο. Οι γιατροί και οι επιστήμονες συμφωνούν ότι είναι μια αυτοάνοσος πάθηση. Στο λύκο μπορεί να σχηματίζονται αντισώματα ακόμη και χωρίς την παρουσία ξένων ουσιών όπως τα βακτηρίδια. Αυτά τα αντισώματα ονομάζονται αυτοαντισώματα, επειδή επιτίθενται στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού. Αυτό με την σειρά του προκαλεί φλεγμονή και βλάβη στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού και μπορεί να καταλήξει στα συμπτώματα τα οποία παρουσιάζουν τα άτομα με λύκο.

Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι ορισμένα άτομα κληρονομούν την τάση να αποκτήσουν λύκο. Το συμπέρασμα αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι μερικές νέες περιπτώσεις λύκου μπορούν να είναι ποιο κοινές σε μια οικογένεια, της οποίας ένα μέλος ήδη έχει την πάθηση. Πάντως δεν υπάρχουν αποδείξεις για το ότι ο λύκος μεταδίδεται απ’ ευθείας, για παράδειγμα από την μητέρα στην κόρη. Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι ίσως ένας ιός μπορεί να πυροδοτήσει την ανάπτυξη του λύκου και την εμφάνιση των συμπτωμάτων της πάθησης σε άτομα που έχουν γενετική προδιάθεση.

Ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για άλλες παθήσεις όπως υψηλή αρτηριακή πίεση αίματος, ορισμένα καρδιακά προβλήματα, επιληψία και ψυχιατρικά προβλήματα όπως οξεία κατάθλιψη, μπορούν να προκαλέσουν πολλά από τα συμπτώματα του λύκου. Αυτά τα συμπτώματα σχεδόν πάντα εξαφανίζονται με την διακοπή του υπεύθυνου φαρμάκου.

Τα πραγματικά αίτια όμως της Νόσου είναι καλά κρυμμένα σε Κυτταρικό επίπεδο. Οι κυριότερες αιτίες πρόκλησης Χρόνιων Νοσημάτων, αφορούν στην ελαττωμένη παραγωγή ή ανεπάρκεια ενζύμων, ορμονών και λοιπών βασικών στοιχείων καύσης του ανθρώπινου Οργανισμού. Όλες αυτές οι  Ανεπάρκειες, οι Δυσλειτουργίες, οι κακές καύσεις, οδηγούν σε βιοχημική εκτροπή, τους μηχανισμούς και  τη  λειτουργία όλων των ανθρωπίνων κυττάρων.

 

Διάγνωση του Συστηματικού Ερυθηματώδη Λύκου

Η διάγνωση του λύκου μπορεί να είναι πολύ δύσκολη. Η συγκεκριμένη ασθένεια μπορεί να μιμηθεί άλλες συνθήκες και συχνά ακολουθεί διαφορετική πορεία σε κάθε άνθρωπο. Πολλοί άνθρωποι έχουν για πολλά χρόνια συμπτώματα, προτού αναπτυχθεί η νόσος. Κρίνεται αναγκαίο να γίνουν πολλές ερωτήσεις για την καταγραφή ενός πλήρους ιατρικού ιστορικού και μια πλήρη φυσική εξέταση.

Μετά, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες Εξειδικευμένες  εξετάσεις, όπως Εξετάσεις Bio 4h,   Metabolic Analysis Profile που μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια ότι πρόκειται για τη συγκεκριμένη Νόσο.

Τα αποτελέσματα των εξετάσεων βοηθούν ώστε να βεβαιωθεί ο γιατρός ότι πρόκειται για λύκο και όχι για άλλες παθήσεις με παρόμοια συμπτώματα.

Άλλες εξετάσεις, που κατά κόρον διενεργούνται αλλά με αμφίβολα αποτελέσματα είναι:

  • Εξέταση ανίχνευσης αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ANA)

Περίπου το 95% των ατόμων που πάσχουν από λύκο έχουν θετικά ΑΝΑ. Ωστόσο, η εξέταση μπορεί να είναι θετική και για άτομα που δεν πάσχουν από λύκο, οπότε δεν επιβεβαιώνεται η διάγνωση.

  • Εξέταση ανίχνευσης αντισωμάτων αντι-DNA διπλής έλικας (anti-dsDNA)

Περίπου το 75% των ατόμων που πάσχουν από λύκο έχουν αυτά τα αντισώματα. Εάν η εξέταση είναι θετική, σημαίνει ότι το άτομο πιθανόν να έχει προσβληθεί από λύκο. Τα επίπεδα συνήθως αυξάνονται όταν ο λύκος παρουσιάζει έξαρση, γι’ αυτό πρέπει να επαναλαμβάνεται η εξέταση ώστε να παρακολουθείται η ασθένεια και να προσαρμόζεται η συμβατική θεραπεία.

  • Εξέταση ανίχνευσης αντισωμάτων αντι-Ro

Εάν η εξέταση είναι θετική, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα οι ασθενείς να εμφανίσουν δερματικά εξανθήματα ή να έχουν προσβληθεί από το σύνδρομο Sjögren. Μπορεί να περάσουν από τον πλακούντα κατά την εγκυμοσύνη. Στις γυναίκες που είναι φορείς και αποφασίζουν να τεκνοποιήσουν, η εγκυμοσύνη πρέπει να παρακολουθείται πολύ πιο στενά.

  • Εξέταση ανίχνευσης αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων

Εάν η εξέταση είναι θετική, αυξάνεται ο κίνδυνος αποβολής ή εμφάνισης θρομβώσεων.

  • Εξέταση μέτρησης επιπέδων συμπληρώματος

Το συμπλήρωμα αναφέρεται σε μια ομάδα πρωτεϊνών στο αίμα που προστατεύουν από λοιμώξεις. Συνήθως τα επίπεδα είναι ιδιαίτερα χαμηλά όταν ο λύκος είναι σε έξαρση.

  • Εξέταση ταχύτητας καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ)

Η εξέταση αυτή μετρά τη φλεγμονή. Η ΤΚΕ είναι συνήθως υψηλή σε άτομα που πάσχουν από λύκο.

  • Εξετάσεις λειτουργικότητας νεφρών και ήπατος

Περιλαμβάνουν αιματολογικές εξετάσεις και ούρων. Πραγματοποιούνται συχνά, έτσι ώστε να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα όσα προβλήματα προκαλούνται από την ασθένεια ή τα φάρμακα.

  • Γενική Αίματος

Η αιμοσφαιρίνη, τα λευκά, τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια δημιουργούνται στο μυελό των οστών. Οι μετρήσεις δείχνουν εάν έχει προσβληθεί ο μυελός των οστών από την ασθένεια ή από τα φάρμακα που χορηγούνται. Επίσης, οι εξετάσεις βοηθούν στην παρακολούθηση της ασθένειας μετά τη διάγνωση. Υπάρχουν αρκετές εξετάσεις για τον έλεγχο της λειτουργικότητας της καρδιάς, των πνευμόνων, του ήπατος και του σπλήνα. Ανάλογα με τα όργανα που πιστεύει ο γιατρός ότι έχουν προβληθεί, ο ασθενής μπορεί να υποβληθεί σε ακτινογραφία, υπέρηχους, αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Επίσης, η εξέταση ούρων μπορεί να δείξει αν υπάρχουν πρωτεΐνες ή αίμα στα ούρα. Έτσι, ο γιατρός μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα αν υπάρχει πρόβλημα στους νεφρούς. Ενδέχεται να χρειαστούν περαιτέρω εξετάσεις, όπως εξετάσεις σπειραματικής διήθησης κ.ά.

Επιπλέον εξετάσεις περιλαμβάνουν ακτινογραφίες θώρακος (για την καρδιά και τους πνεύμονες), ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχογράφημα για την καρδιά, λειτουργικές εξετάσεις των πνευμόνων, ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ), μαγνητική τομογραφία (ΜRΙ), ή άλλες τομογραφίες για τον εγκέφαλο και πιθανόν βιοψίες άλλων ιστών. Ένα από τα προβλήματα της διάγνωσης είναι ότι δεν υπάρχει μια μοναδική ομάδα συμπτωμάτων, μια μορφή πάθησης ή μια ομάδα εξετάσεων για όλους τους ασθενείς με λύκο.

 

Διατροφή και Ερυθηματώδης λύκος

Σύμφωνα με επιστημονικά στοιχεία, η διατροφή με λίγα κορεσμένα λιπαρά και συμπλήρωμα ιχθυελαίων (από σώμα ψαριού) μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη. Ωστόσο, συστήνεται προσοχή σε δίαιτες αποκλεισμού, που καταργούν την κατανάλωση σημαντικών ομάδων τροφίμων. Ο λύκος είναι ενεργή αυτοάνοση ασθένεια, και γι’ αυτό χρειάζονται όλα τα θρεπτικά συστατικά που προσφέρει μια ισορροπημένη διατροφή. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλευτούν διαιτολόγο για πιο συγκεκριμένες πληροφορίες.

 

Θεραπεία του Συστηματικού Ερυθηματώδη Λύκου

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται κατά κόρον για την μείωση των συμπτωμάτων είναι τα ακόλουθα: Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται για να ελέγξουν τον πόνο της αρθρίτιδας. Συνήθως χορηγούνται για μικρό χρονικό διάστημα με την οδηγία σταδιακά να μειώνεται η δόση καθώς η αρθρίτιδα βελτιώνεται.

Η ασπιρίνη συμπεριλαμβάνεται σε αυτή τη κατηγορία και βοηθάει στην αντιμετώπιση της δυσκαμψίας των αρθρώσεων όμως μόνο όταν χρησιμοποιείται όπως καθορίζεται. Όλα μπορεί να παρουσιάσουν στομαχικό ερεθισμό ή άλλες παρενέργειες π χ ζάλη και διάρροια. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο συκώτι ή να τροποποιήσουν τη λειτουργία των νεφρών η οποία συνήθως αποκαθίσταται με τη διακοπή ή την ελάττωση της δόσης.

Ανθελονοσιακά φάρμακα που παλαιότερα χρησιμοποιούνταν για την ελονοσία, και χρησιμεύουν για τη θεραπεία των φωτοευαίσθητων δερματικών εξανθημάτων.

Γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη) όπως είναι η πρεδνιζόνη χρησιμοποιούνται για τη μείωση της φλεγμονής και τη καταστολής της δραστηριότητας του ανοσιακού συστήματος. Αποτελούν την κύρια θεραπευτική αγωγή και οι παρενέργειες τους περιλαμβάνουν την αύξηση του σωματικού βάρους, τη στρογγυλοποίηση του προσώπου, την εμφάνιση των μωλώπων την αλλαγή της διάθεσης με μεγάλη νευρικότητα από αϋπνίες μέχρι κατάθλιψη, τη κατακράτηση υγρών με αποτέλεσμα οίδημα των ποδιών, την υψηλή αρτηριακή πίεση, την εμφάνιση ή τη χειροτέρευση του σακχαρώδη διαβήτη, την αύξηση του κινδύνου λοιμώξεων και σε σπάνια περίπτωση την εμφάνιση γαστρορραγίας. Η χρήση τους για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει οστεοπόρωση και καταρράκτη.

Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα τα οποία λαμβάνονται σχεδόν πάντα με κορτικοστεροειδή, καθώς χρησιμοποιούνται μόνο για δραστήριες παθήσεις, κυρίως με σοβαρά προβλήματα νεφρών. Η χρήση τους αφορά κυρίως άτομα τα οποία δεν έχουν ανταποκριθεί σε άλλου είδους φαρμακευτική θεραπεία ή έχει μειωθεί η δόση κορτικοστεροειδών. Γενικά τα φάρμακα αυτά έχουν σοβαρές παρενέργειες.

 

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος θεραπεύοντας τις Αιτίες

Το κλειδί για τη θεραπεία βρίσκεται βαθιά μέσα στο κύτταρο και τους μηχανισμούς του.  Ειδικές Μοριακές και Γενετικές Εξετάσεις, που μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, βρίσκονται πλέον στη φαρέτρα μας.

Με λήψη αίματος ή ούρων στο πρώτο ραντεβού, τα οποία αποστέλνονται σε εξειδικευμένα  μικροβιολογικά εργαστήρια κυρίως στην Αμερική με τα οποία συνεργαζόμαστε, μπορούμε να γνωρίζουμε τους παράγοντες και τις αιτίες που προκάλεσαν την Νόσο. Η συνολική διάρκεια της πρώτης επίσκεψης είναι περίπου μιάμισης ώρας και περιλαμβάνει ένα εξειδικευμένο πολυσέλιδο Ατομικό Ιατρικό Ιστορικό καθώς και τις διατροφικές σας συνήθειες και προτιμήσεις.

Έχοντας το σύνολο των δεδομένων σε ένα μήνα περίπου στην κλινική πράξη, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πλέον στοχευμένες θεραπείες με πρωτόκολλα Μικρο-μακροθρεπτικών συστατικών. Επίσης, Μοριακή Διατροφή για εξισορρόπηση θερμίδων και θρεπτικών συστατικών.

Επιπλέον Θεραπείες με Βιομιμητικές Ορμόνες και πρωτόκολλα αφαίρεσης τοξικού φορτίου, ολοκληρώνουν τη συνολική αντιμετώπιση.

Οι θεραπείες στα Αυτοάνοσα Νοσήματα μπορούν να εφαρμοστούν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, κατά την κρίση του εξειδικευμένου γιατρού, στην Λειτουργική Ιατρική.

Η βιοχημική εκτροπή που οδηγεί σε μετάλλαξη των κυττάρων, ώστε τελικά να αναγνωρίζονται ως «ξένα κύτταρα» από το Ανοσοποιητικό Σύστημα και να αναπτύσσεται τελικά, το όποιο Αυτοάνοσο Νόσημα, αποκαθίσταται, με μέση διάρκεια έξι έως δώδεκα μηνών.

Οι θεραπείες αυτές, εφαρμόζονται επιτυχώς τουλάχιστον τα τελευταία είκοσι χρόνια και δεν αντιβαίνουν σε οποιαδήποτε άλλη παράλληλη φαρμακευτική ή ομοιοπαθητική αγωγή.

Τα συμπτώματα του Αυτοάνοσου Νοσήματος, υποχωρούν από τους πρώτους μήνες της θεραπείας. Η γενική εικόνα και τα επίπεδα υγείας βελτιώνονται συνολικά. Οι ασθενείς που εφαρμόζουν επιπλέον τις οδηγίες που δίδονται,  μετά το πέρας της θεραπείας, μειώνουν τις όποιες πιθανότητες υποτροπής στο ελάχιστο.

Η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, είναι αυτή από την οποία προκύπτουν τα μεγαλύτερα οφέλη, για την υγεία και ευεξία των ασθενών. Οφέλη, που τεκμηριώνονται με ανάλογους δείκτες εξετάσεων και κλινικά αποτελέσματα.

 

Dr. Νικολέτα Κοḯνη, M.D.

Ιατρός Λειτουργικής, Προληπτικής, Αντιγηραντικής και Αναγεννητικής Ιατρικής.

Diplomate and Board Certified in Anti-aging, Preventive, Functional and Regenerative Medicine from A4M (American Academy in Antiaging Medicine).

 

 

 

Διαβάστε επίσης


Functional Med System – Σύστημα Λειτουργικής Ιατρικής

Αυτοάνοσα Νοσήματα